ΓΡΑΜΜΑΤΑ...

 (1550–1660 περ.)

 

Ο Γεώργιος Χορτάτσης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο στα μέσα του 16ου αιώνα. Ήταν Κρητικός θεατρικός συγγραφέας της περιόδου της ακμής της κρητικής λογοτεχνίας. Έγραψε τα έργα Ερωφίλη, Κατσούρμπος και Πανώρια. Καταγόταν από αρχοντική γενιά του Βυζαντίου και οι πρόγονοί του έφτασαν στην Κρήτη από τη Μικρά Ασία. 

 

 

Η οικογένειά του ανήκε στην τάξη των ευγενών ή των μεγαλοαστών. Οι Χορτάτσηδες αναφέρονται από έναν Ιταλό περιηγητή του 15ου αιώνα ως η πρώτη οικογένεια που εγκαταστάθηκε στην Κρήτη την εποχή του Νικηφόρου Φωκά. Επίσης, στα 1644, σε απογραφή που έγινε στο νησί, οι Χορτάτσηδες φαίνεται να ανήκουν στους Κρητικούς ευγενείς. Από το έργο του Χορτάτση αλλά και από μαρτυρίες της εποχής φαίνεται ότι είχε ευρεία μόρφωση και το πιθανότερο είναι να είχε σπουδάσει στην Ιταλία. Είναι βέβαιο πως παρακολουθούσε το σύγχρονο ιταλικό θέατρο και γνώριζε τους κλασικούς Λατίνους συγγραφείς.

Ο Χορτάτσης έζησε αρκετό καιρό στο Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο). Στο έργο του ο Κατσούρμπος συναντάμε περιγραφές εκκλησιών, λαϊκών συνοικιών και άλλων παρόμοιων στοιχείων που αποδεικνύουν την παραμονή του εκεί. 

Από το έργο του φαίνεται ότι βρίσκεται πιο κοντά στη δυτική παιδεία από ό,τι στην αρχαία ελληνική. Τα έργα του φανερώνουν ότι είχε πολύ καλή γνώση της ποιητικής τέχνης και ότι είχε μελετήσει τα έργα μεγάλων ποιητών της εποχής, όπως του G.B. Giraldi, του L. Groto, του Τ. Tasso, του G.B. Guarini. Το έργο του περιλαμβάνει όλα τα είδη του αναγεννησιακού θεάτρου: κωμωδία Κατσούρμπος, τραγωδία Ερωφίλη, ποιμενικό δράμα Πανώρια, τα οποία συνέγραψε στα τέλη περίπου του 16ου αιώνα. Ο Χορτάτσης χαρακτηρίστηκε αναγεννησιακός ποιητής. Στο έργο του αποτυπώνονται οι κλασικές του γνώσεις και η ρητορική του ικανότητα. Τα ρητορικά σχήματα ποικίλλουν και ο δεκαπεντασύλλαβος στίχος αποδίδεται με ξεχωριστή δεξιοτεχνία, κρατώντας αποστάσεις από τον δεκαπεντασύλλαβο του δημοτικού τραγουδιού. Το ποιητικό ύφος του Χορτάτση διακρίνεται για την πολύ φροντισμένη στιχουργική και την περίπλοκη γλωσσική μορφή, με μεγάλου μήκους προτάσεις, συχνούς διασκελισμούς και υπερβατά σχήματα.  Η γλώσσα του είναι δημοτική, ιδιωματική. Το κρητικό ιδίωμα, καθαρό και απαλλαγμένο από ξένες γλωσσικές επιδράσεις, σε συνδυασμό με το έντεχνο και επιμελημένο ύφος, καθηλώνει τον αναγνώστη ή ακροατή. Σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα η Ερωφίλη βρίσκεται παρούσα στα έργα των ποιητών και η διακειμενική παρουσία της αποδεικνύει την απήχηση που είχε. Το δράμα γνώρισε πολλές εκδόσεις και δόθηκαν πολλές παραστάσεις στην Κρήτη. 

 

(1553 – 1613)

 

Ο ποιητής του «Ερωτόκριτου» κύριος εκφραστής της Κρητικής Αναγέννησης και ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές όλων των εποχών. Γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου 1553, στο χωριό Τραπεζόντα Σητείας  και ήταν ο μικρότερος γιος του Ιακώβου Κορνάρου.

 

Θεωρείται ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της κρητικής λογοτεχνίας, συγγραφέας του αφηγηματικού ποιήματος Ερωτόκριτος και πιθανά του θρησκευτικού δράματος « Η Θυσία του Αβραάμ». Έμεινε στην περιοχή της Σητείας, κυρίως στα χωριά Τραπεζόντα και Πισκοκέφαλο, ως το 1587-1590, δηλαδή ως τα τριανταπέντε του χρόνια περίπου ζώντας τη ζωή του φεουδάρχη γαιοκτήμονα, μέσα σε ένα πολυπρόσωπο κόσμο υπηρετών και δουλοπαροίκων, που ήταν όλοι τους Ελληνορθόδοξοι. Λίγο πριν το 1590 εγκαταστάθηκε στο Χάνδακα κοντά στον αδελφό του Ανδρέα που ήταν ο ιδρυτής της Ακαδημίας των Stravaganti, ενός συλλόγου λογίων με αξιόλογη φιλολογική και λογοτεχνική δραστηριότητα στα χρόνια της ακμής της Κρητικής Λογοτεχνίας. Εκεί παντρεύεται τη Μαριέττα Zeno, συμμετέχει ενεργά στη δημόσια ζωή του Χάνδακα, ενώ κατά τη διάρκεια της φοβερής πανούκλας των ετών 1591-1593 ανέλαβε καθήκοντα υγειονομικού επόπτη στη πόλη και το διαμέρισμα του Χάνδακα. Ο Βιτσέντζος μετά τη μόνιμη εγκατάστασή του στο Χάνδακα επισκέπτεται τακτικά και ως το θάνατό του την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σητεία. Μάλιστα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, από το τέλος του 1598 ως το τέλος του 1600, βρίσκεται κυρίως στην περιοχή της Σητείας, όπου εξακολουθούσε να διατηρεί σημαντική περιουσία.Πέθανε στο Χάνδακα μετά τις 12 Αυγούστου 1613 και πριν από τις 24 Απριλίου 1614 και θάφτηκε στο μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου.

(1861 - 1940)

 

Η Καλλιρρόη Παρρέν γεννήθηκε στα Πλατάνια Αμαρίου του νομού Ρεθύμνης της Κρήτης. Το πατρικό της όνομα ήταν Σιγανού, ενώ έγινε γνωστή στο χώρο των γραμμάτων με το όνομα του συζύγου της Ιωάννη Παρρέν, Κωνσταντινουπολίτη δημοσιογράφου γαλλικής καταγωγής (τον οποίο παντρεύτηκε το 1880).

 

Σε ηλικία έξι χρόνων εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στην Αθήνα και μαθήτευσε στη σχολή Σουρμελή του Πειραιά, τη γαλλική σχολή Καλογραιών και τέλος στο Αρσάκειο, από όπου πήρε πτυχίο δασκάλας το 1878 και ανέλαβε τη διεύθυνση του παρθεναγωγείου της ελληνικής κοινότητας στην Οδησσό. Η Παρρέν συνέδεσε το όνομά της με το ελληνικό γυναικείο κίνημα, πήρε μέρος σε διεθνή φεμινιστικά συνέδρια στο Παρίσι (1889, 1891, 1896, 1914) και το Σικάγο (1893) και πραγματοποίησε σημαντικές ενέργειες υπέρ της γυναικείας προστασίας και εκπαίδευσης στην Ελλάδα (ίδρυση της Σχολής της Κυριακής των Απόρων Γυναικών και Κορασίδων το 1890, του Ασύλου της Αγίας Αικατερίνης το 1893, της Ενώσεως υπέρ της Χειραφετήσεως των Γυναικών και του Ασύλου των Ανιάτων το 1896 και του Λυκείου των Ελληνίδων το 1911). Έχοντας την υποστήριξη του συζύγου της Ιωάννη Παρρέν, ο οποίος την ενθάρρυνε στους αγώνες της, αποφασίζει να ακολουθήσει το επάγγελμα της δημοσιογραφίας. Έτσι η πρώτη Ελληνίδα φεμινίστρια διεκδικεί και τον τίτλο της πρώτης Ελληνίδας δημοσιογράφου και εκδότριας όταν το 1888 άρχισε να εκδίδει την εβδομαδιαία εφημερίδα «Εφημερίς των Κυριών», που συντάσσονταν αποκλειστικά από γυναίκες και απευθυνόταν σε γυναίκες κυρίως της Αθήνας και του Πειραιά. Η εφημερίδα αυτή συνέχισε να εκδίδεται για τριάντα σχεδόν χρόνια μέχρι το 1918 όταν η Καλλιρρόη εξορίστηκε στην Ύδρα για τα πολιτικά της φρονήματα. Στόχος της εφημερίδας ήταν να εισάγει και στην Ελλάδα τους φεμινιστικούς προβληματισμούς που ήδη απασχολούσαν τις γυναίκες των δυτικοευρωπαϊκών κρατών και να αφυπνίσει τις συνειδήσεις των γυναικών της τότε εποχής. Ως αρθρογράφος συνεργάστηκε επίσης με τις εφημερίδες Ακρόπολις, Εστία και Εμπρός κ.ά. Ανέπτυξε παράλληλα και πολιτική δραστηριότητα με διαβήματα υπέρ της καλυτέρευσης της κοινωνικής θέσης της ελληνίδας στις κυβερνήσεις Δηλιγιάννη και Τρικούπη. Για την προσφορά της τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος (από τον βασιλιά Γεώργιο Β’ το 1936) και το αργυρό μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών. Στο πλαίσιο της φεμινιστικής της δραστηριότητας κινήθηκε και το λογοτεχνικό της έργο. Την πρώτη της επίσημη εμφάνιση ως συγγραφέας πραγματοποίησε με την έκδοση του μυθιστορήματος η Χειραφετημένη το 1900. Ακολούθησαν μυθιστορήματα, θεατρικά, ιστορικά και ταξιδιωτικά έργα. Βασικό χαρακτηριστικό του λογοτεχνικού έργου της Καλλιρρόης Παρρέν στο σύνολό του είναι η σκόπιμη στράτευσή του στον αγώνα υπέρ του γυναικείου ζητήματος, το οποίο αποτέλεσε στόχο ζωής για τη συγγραφέα και το οποίο τελικά εξυπηρέτησε τόσο με την πεζογραφική, όσο και με τη δραματική παραγωγή της. Επίσης, το πάθος της για την αναγέννηση και διατήρηση των ελληνικών εθίμων και παραδόσεων, την οδήγησε το 1911 να δημιουργήσει το «Λύκειον των Ελληνίδων», το οποίο ξεκίνησε κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων, την καταγραφή, διδασκαλία και παρουσίαση παραδοσιακών χορών, ενώ η δράση του είναι γνωστή μέχρι και σήμερα. Αξιοσημείωτο είναι ότι από δικά της διαβήματα η κυβέρνηση Δηλιγιάννη επέτρεψε τη φοίτηση των γυναικών στο Πανεπιστήμιο και το Πολυτεχνείο, όταν πλέον αυτό είχε γενικευθεί στην Ευρώπη. Επίσης, η Παρρέν ήταν η πρώτη που κίνησε το θέμα της παραχώρησης δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες, ήδη από τη δεκαετία του 1890, που όμως καμία κυβέρνηση δεν αποδέχτηκε, μέχρι το 1949, όπου μετά από πολλούς αγώνες οι γυναίκες απέκτησαν το δικαίωμα του «εκλέγειν και εκλέγεσθαι» στις δημοτικές εκλογές, το οποίο είχαν μόνον οι εγγράμματες άνω των 30 ετών, απόφαση η οποία επεκτάθηκε το 1952 και για τις βουλευτικές εκλογές. Η Καλλιρρόη Παρρέν πέθανε στις 6 Ιουνίου 1992.

 

 

 

1/4

Please reload

Πανελλήνια Ομοσπονδία 

Πολιτιστικών Κρητικών Σωματείων

Π.Ο.Π.Κ.Σ.