top of page

ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ...

ΟΙ ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

 Του Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη

Πολιτισμολόγου - Συγγραφέα

      Σύμφωνα με τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, ο χορός πρωτο-εμφανίστηκε στην Κρήτη, όπου αναπτύχθηκε ως τέχνη κάτω από θεία έμπνευση και καθοδήγηση, και από εκεί διαδόθηκε στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο.

      Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρονται στη γέννηση του χορού, αποδίδοντας την πατρότητά του στη Μητέρα των Θεών (Ρέα ή Κυβέλη), η οποία τον δίδαξε στους Κρήτες και συγκεκριμένα στους Κουρήτες, κάποια φυλή ή υποδιαίρεση του κρητικού λαού, αρχαιότατη αν κρίνουμε από την παράδοση που τους ονομάζει «γιους της Γης», ή μια ιερατική οικογένεια θεραπευτών - καθαρτών, που εκτελούσαν χαρακτηριστικούς χορούς, προκειμένου να επιτύχουν τον εξαγνισμό. Γι αυτό και θεωρείται ότι οι περισσότεροι χοροί της κλασικής αρχαιότητας ανάγονται στην Κρήτη.

      Ο πιο φημισμένος κρητικός χορός ήταν ο πυρρίχιος και με τη γενική ονομασία «πυρρίχη» χαρακτηρίζονταν όλοι οι πολεμικοί χοροί της αρχαιότητας.  Οι πηγές μας πληροφορούν ότι με τα χρόνια ο χορός εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα και η κάθε πόλη που άρχιζε να τον χορεύει, δίνοντάς του και διαφορετικό όνομα, φιλοδοξούσε την πατρότητά του.  Από το 300 μ.Χ. τον πυρρίχιο αρχίζουν να χορεύουν και οι γυναίκες και από τότε κάποιες παραλλαγές του παίρνουν χαρακτήρα χορού ερωτικού.

      Ιδιαίτερα ονομαστοί στην Κρήτη, από τη μινωική εποχή, ήταν επίσης οι τελετουργικοί κυκλικοί χοροί, κλειστοί και ανοιχτοί, ως απαραίτητα στοιχεία των θρησκευτικών τελετουργιών.  Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι οι Κρήτες είχαν εφεύρει αυτού του είδους τις τελετουργίες με τους συρτούς χορούς, που χορεύονταν κατά τη διάρκεια θυσίας γύρω από το βωμό, ή την ιέρεια μουσικό.

      Το ότι η πλουσιότατη μουσικοχορευτική κληρονομιά της Κρήτης, η οποία διαμορφώθηκε και επιβίωσε μέχρι τους νεότερους χρόνους, αναπτύχθηκε ως συνέχεια της αρχαιότερης τοπικής και συμπληρώθηκε επηρεασμένη από τις μακρόχρονες ιστορικές περιπέτειες του νησιού, φαίνεται, επίσης, από το γεγονός ότι μέχρι τα μέσα περίπου του 20ού αιώνα ο μουσικός βρισκόταν στο κέντρο του χορευτικού κύκλου, που όπως επιβεβαιώνεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα συνέβαινε στην Κρήτη της αρχαιότητας. 

       Στη ζωντανή χορευτική κληρονομιά της Κρήτης περιλαμβάνονται είκοσι πέντε, περίπου, παραδοσιακοί χοροί.  Μέχρι πριν μερικά, μόλις, χρόνια οι περισσότεροι από αυτούς ήταν περιορισμένης διάδοσης. Γνωστοί σε όλη την Κρήτη ήταν μόνο: η σούστα, ο σιγανός Ρεθύμνου, ο σιγανός Ηρακλείου, ο μαλεβιζώτης (ή καστρινός πηδηχτός), ο χανιώτης ή χανιώτικος (συρτός) και το πεντοζάλι. Να σημειωθεί, πάντως, ότι και οι χοροί αυτοί μέχρι το Μεσοπόλεμο δεν ήταν παγκρήτιας εμβέλειας. Πιο συγκεκριμένα, ευρέως γνωστοί χοροί στο νομό Ρεθύμνου ήταν ο σιγανός και η σούστα, στο νομό Ηρακλείου ο μαλεβιζώτης και ο τοπικός σιγανός και στο νομό Χανίων ο χανιώτικος και το πεντοζάλι.

      Οι υπόλοιποι χοροί, που τα τελευταία χρόνια άρχισαν να γίνονται περισσότερο γνωστοί, είναι: η γιτσικιά σούστα,  η γλυκομηλίτσα και το ρόδο, από την επαρχία Κισσάμου, ο φτερωτός συρτός (παραλλαγή του χανιώτικου με διαφοροποιημένη τη φόρμα του), γνωστός σε μερικά χωριά των νομών Χανίων και Ρεθύμνου, ο κουτσαμπαδιανός και ο τριζάλης, από την  επαρχία Αμαρίου, ο πηδηχτός της επαρχίας Μυλοποτάμου, ο απανωμερίτης και το μικρό μικράκι, χοροί γνωστοί σε ορισμένες περιοχές των νομών Ρεθύμνου και Ηρακλείου, ο μπρ(α)ϊμιανός - πρινιώτης, ο αγκαλιαστός, ο ξενομπασάρης ή μανάς και ο ζερβόδεξος, από τις επαρχίες Ιεράπετρας και Μιραμπέλλου, ο πηδηχτός του νομού Λασιθίου (με τις παραλλαγές του, στειακός στη Σητεία και ιεραπετρίτικος στην Ιεράπετρα), ο λαζότης και τα ντουρνεράκια.

Ας πούμε, όμως, δυο λόγια για κάθε έναν από τους παραπάνω χορούς.

Πήλινο ομοίωμα του 15ου π.Χ. αιώνα από το Παλαίκαστρο της Σητείας αποδίδει ανοιχτό κυκλικό χορό με τρεις γυναίκες που κρατιούνται από τα χέρια σε απόσταση, ενώ μία άλλη στο κέντρο του κύκλου παίζει μουσική.

(Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου).

Ο λυράρης Ιωάννης Βαρδάκης ή Κοντόχας (β’ μισό 19ου - μέσα 20ου αιώ.) στο κέντρο του κύκλου και γύρω του οι χορευτές με πρώτο τον Γεώργιο Γιατράκη ή Γιατρακογιώργη.

Επιστολικό δελτάριο. Φωτογράφος: Γεώργιος Μαραγιάννης, Ηράκλειο. Εκδότης: E. A. Cavaliero, Χανιά (Αρχείο Ι.Θ.Τ.). 

Ο ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΣΤΟΥΣ ΚΡΗΤΙΚΟΥΣ ΧΟΡΟΥΣ

(ορισμένοι κανόνες)

 

Από τους χορούς που αναφέραμε, σε άλλους συνηθίζονται οι αυτοσχεδιασμοί του πρώτου (ή μπροστινού) και σε άλλους όχι. Εκείνο που πρέπει απαραιτήτως να τονίσουμε είναι ότι ο κάθε αυτοσχεδιαστικός χορός έχει τους δικούς του «κανόνες», οι οποίοι με τη σειρά τους υπαγορεύουν τους ιδιαίτερα ξεχωριστούς σε ύφος και κίνηση αυτοσχεδιασμούς, δηλαδή χορευτικούς σχηματισμούς - φιγούρες, (πάσα, τσακίσματα, ταλίμια, καμπανοί κ.ά.),που πρέπει να εκτελέσει με μέτρο και συνέπεια ο πρωτοσύρτης, εφόσον τους εμπνευστεί ή τους έχει διδαχτεί, και χωρίς να χρησιμοποιήσει κινήσεις από τους χορευτικούς αυτοσχεδιασμούς άλλων χορών.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

      Οι περισσότεροι μελετητές σήμερα είναι πεπεισμένοι ότι αρκετούς χορευτικούς τύπους οι αρχαίοι Έλληνες τους διδάχτηκαν από την Κρήτη. Για πολλούς από τους πηδηχτούς παραδοσιακούς χορούς της Κρήτης (πεντοζάλι, πηδηχτός, μαλεβιζώτης κ.ά.) μπορούμε να πούμε πως αποτελούν απόηχους των χορών των Κουρητών ή των χορών της πυρρίχης, ως παραλλαγές ή άλλες ονομασίες τους, μετασχηματισμένες στο πέρασμα των αιώνων. 

Πήλινο σύμπλεγμα του 13ου π.Χ. αιώνα από τον θολωτό τάφο του Καμηλάρη, της περιοχής Αγίας Τριάδας, αποδίδει κυκλικό χορό τεσσάρων ατόμων που κρατιούνται από τους ώμους και χορεύουν μέσα σε ένα στρογγυλό οικοδόμημα με ιερά κέρατα. (Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου). 

Η ΓΙΤΣΙΚΙΑ ΣΟΥΣΤΑ

 

Είναι χορός της επαρχίας Κισσάμου του νομού Χανίων. Ανήκει στην κατηγορία των πηδηχτών χορών. Στις μέρες μας χορεύεται μόνον από άνδρες, παλαιότερα όμως ήταν μικτός χορός. Το μουσικό μέτρο του χορού είναι 2/4, τα βήματά του 6 και η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων (με λυγισμένους τους αγκώνες).

 

Τα τελευταία χρόνια ο χορός λέγεται και ρουματιανή σούστα. Την ονομασία αυτή έδωσε στο χορό ο πρωτομάστορας της κρητικής μουσικής Κωνσταντίνος Παπαδάκης, ο περίφημος λαϊκός βιολάτορας Ναύτης (1920-2003) από το Καστέλι Κισσάμου, επειδή τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα χορευόταν κυρίως από άτομα που κατάγονταν από το χωριό Παλαιά Ρούματα της επαρχίας Κισσάμου.

Ο ΧΑΝΙΩΤΗΣ ή ΧΑΝΙΩΤΙΚΟΣ (ΣΥΡΤΟΣ)

 

Η παλαιότερη μορφή του χορού εντοπίζεται στην επαρχία Κισσάμου Χανίων. Ανήκει στην κατηγορία των συρτών χορών. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι τις τελευταίες δεκαετίες ακούγεται περισσότερο ως χανιώτικος συρτός. Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες σε κύκλο. Το μουσικό μέτρο του είναι 5/8, τα βήματα του 11 και η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων.

 

Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, την οποία κατέγραψε ο Ναύτης στο βιβλίο του Κρητική λύρα, ένας μύθος (Χανιά, 1989), ο χορός διαμορφώθηκε στα μέσα του 18ου αιώνα στην επαρχία Κισσάμου Χανίων, πιθανόν μετασχηματίζοντας τα βήματα κάποιου παλαιότερου χορού. Κατά τη λαϊκή πίστη, η παλαιότερη μελωδία του χανιώτικου, «ο πρώτος», δημιουργήθηκε με βάση δύο μελωδίες που είχαν συνθέσει οι Κρήτες εθελοντές μαχητές της Κωνσταντινούπολης στα 1453, οι οποίοι, ως γνωστόν, ήταν και οι τελευταίοι υπερασπιστές της. Οι μελωδίες αυτές, που όσοι από τους αγωνιστές σώθηκαν επιστρέφοντας τις έφεραν στην Κρήτη, διατηρήθηκαν για δύο αιώνες ως τραγούδια. 

Σύμφωνα, πάντα, με τη λαϊκή μαρτυρία, η πρώτη οργανική εκτέλεση της μουσικής του χορού αποδίδεται στον Κισσαμίτη βιολάτορα Στέφανο Τριανταφυλλάκη ή Κιώρο (18ο αιώνα) και η πρώτη βηματική απόδοση του από Κισσαμίτες στον οικισμό Πατεριανά του χωριού Λουσακιές. 

 Ο χανιώτικος έγινε ευρέως γνωστός στην υπόλοιπη Κρήτη την περίοδο του Μεσοπολέμου, αποκτώντας στη συνέχεια παραλλαγές στο ύφος και την έκφραση της μουσικής, του βηματισμού και της φόρμας του.

 

Είναι χορός μοναδικός και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, λόγω του ξεχωριστού χορευτικού τρόπου απόδοσης της παλαιότερης μορφής του, που διατηρείται ακόμα σε πολλές περιοχές των επαρχιών Κισσάμου, Κυδωνίας και Σελίνου, καθώς στον κύκλο του χορού, ο οποίος αποτελείται είτε μόνο από άνδρες, είτε μόνο από γυναίκες με επικεφαλής έναν άνδρα, χορεύουν πάντα οι εκάστοτε δύο πρώτοι, ενώ οι υπόλοιποι περπατάνε, Φ4 αλλά και του πολύ μεγάλου αριθμού συνοδευτικών μελωδιών (μουσικών σκοπών), που οι περισσότερες είναι δημιουργίες σπουδαίων μουσικών του 19ου και του 20ού αιώνα. (Βλ. επίσης, Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, «Θαλήτου Τέχνες: Το χρονικό διάδοσης του χανιώτικου συρτού», περιοδ. Κοντυλιές, Σεπ. – Οκτ. 2006, σσ. 42-4.)

ΤΟ ΠΕΝΤΟΖΑΛΙ

 

Ανήκει στην κατηγορία των πηδηχτών χορών. Στις μέρες μας αποδίδεται από άνδρες και γυναίκες, παλαιότερα όμως χορευόταν μόνον από άνδρες. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4, τα βήματά του 1ο και η λαβή από τους ώμους με τα χέρια τεντωμένα. Χορεύεται σε κύκλο.

Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, την οποία επίσης κατέγραψε ο Ναύτης στο βιβλίο του, αλλά και τα πολλά ιστορικά στοιχεία που συμφωνούν με αυτήν, ο χορός έλαβε τη σημερινή μουσικοχορευτική μορφή και ονομασία του στην επαρχία Κισσάμου, την περίοδο της Επανάστασης του Δασκαλογιάννη στα 1770-71 (ίσως βέβαια μετασχηματίζοντας έναν παλαιότερο πυρρίχιο ή υπορχηματικό χορό) και αποκτώντας συμβολισμούς στην ονομασία, το βηματισμό και τη μουσική του.

 

Ονομάστηκε πεντοζάλι, και όχι πεντοζάλης, γιατί συμβολίζει το πέμπτο ζάλο (δηλαδή βήμα), όπως ειπώθηκε η θεωρούμενη πέμπτη κατά σειρά ελπίδα των Κρητικών για απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους και όχι γιατί έχει πέντε βήματα, όπως αβασάνιστα έχουν πει αρκετοί.  Έχει δέκα βήματα, σε ανάμνηση της 10ης Οκτωβρίου του 1769, οπότε λήφθηκε η απόφαση των Σφακιανών για την πραγματοποίηση της επανάστασης, και η μουσική του αποτελείται από δώδεκα πάρτες, δηλαδή δώδεκα μουσικές φράσεις (γυρίσματα ή σκοπούς τις λένε στην Κίσσαμο), προς τιμήν των δώδεκα πρωτεργατών της εξέγερσης.

Αξιοσημείωτο είναι ότι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 οι κάτοικοι των επαρχιών Κισσάμου και Σελίνου όταν χόρευαν το πεντοζάλι, στο άκουσμα κάθε σκοπού της μουσικής του χορού, φώναζαν το όνομα του καπετάνιου που αντιστοιχούσε ο μουσικός σκοπός, τιμώντας έτσι τη μνήμη του Δασκαλογιάννη των βασικών συνεργατών  του και της εξέγερσής των.

 

Να τονισθεί ότι τα ονόματα των πρωτεργατών της επανάστασης του Δασκαλογιάννη διατηρήθηκαν στη λαϊκή μνήμη μέσω του πεντοζαλιού, δηλαδή μέσα από το συνδυασμό δύο αλληλένδετων μορφών παράδοσης, της ιστορικής προφορικής και της χορευτικής. Αυτό, όμως, που είναι εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της πολυετούς έρευνας που πραγματοποίησα για τους κρητικούς χορούς εντόπισα σε ένα ιστορικό κείμενο του 1877 τα ονόματα των πρωταγωνιστών της επανάστασης του Δασκαλογιάννη, τα οποία ταυτίζονται απόλυτα (απλώς αναφέρονται με διαφορετική σειρά) με αυτά που διατηρήθηκαν στο ιστορικό διαμόρφωσης και την τελετουργία του χορού. Τα στοιχεία αυτά, όπως και πολλά άλλα πρωτοδημοσιεύτηκαν στο βιβλίο μου Οι χοροί της Κρήτης, μύθος, ιστορία, παράδοση (βλ. ΠΗΓΕΣ στο τέλος του κειμένου)

Από τα μέσα του 20ου αιώνα, ο χορός, γνωστός πλέον σε όλη την Κρήτη, άρχισε πολλάκις να μετασχηματίζεται. Έτσι διαμορφώθηκαν τα λεγόμενα σιγανά πεντοζάλια, που στην πραγματικότητα είναι οι διάφορες μορφές του σιγανού χορού, και τα οποία χορεύονται ως εισαγωγή, ως το πρώτο μέρος του πεντοζαλιού, που προηγείται του γρήγορου (δεύτερο μέρος). Δηλαδή, δυστυχώς, έγινε μία μορφή νόθευσης και στους δύο χορούς. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι σε τίποτα δεν διαφέρει ο ρεθεμνιώτικος σιγανός από το ρεθεμνιώτικο σιγανό πεντοζάλι και ο ηρακλειώτικος σιγανός από το ηρακλειώτικο σιγανό πεντοζάλι (Για περισσότερα βλ. Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, «Το πεντοζάλι και… ο πεντοζάλης» στο Ιχνηλατώντας την κρητική παράδοση στο χθες και το σήμερα, Πανελλήνια ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2011.)

 

ΤΟ ΡΟΔΟ

 

Είναι, επίσης, χορός της επαρχίας Κισσάμου Χανίων. Ανήκει στην κατηγορία των συρτών χορών. Στις μέρες μας αποδίδεται κυρίως από γυναίκες, παλαιότερα όμως ήταν μικτός χορός. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4, τα βήματά του 17 και η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων. Χορεύεται σε κύκλο.

Το όνομά του συνδέεται με τις πάμπολλες μαντινάδες με αναφορά στο ρόδο, που τραγουδιόνται κατά την εκτέλεση του χορού.

Ρόδο μου μη μαραίνεσαι, μη χάνεις τη θωριά σου,

κράτα τη δροσεράδα σου, την τόση ομορφιά σου

 

 

Ο ΦΤΕΡΩΤΟΣ ΣΥΡΤΟΣ

 

συγκεκριμένος χορός έχει κι άλλες ονομασίες. Λέγεται και ντάμα χορός στο Ρέθυμνο, καθώς και πάσο χορός ή φτερωτός συρτός ή σταυρωτός συρτός στα Χανιά. Αποτελεί παραλλαγή του χανιώτικου με διαφοροποιημένη τη φόρμα του. Χορεύεται από 8 άτομα (4 άνδρες και 4 γυναίκες) σε σχήμα σταυρού, αλλά και φτερωτής, παράλληλα.

Ο χορός την περίοδο της Αποκριάς, αλλά κι εν γένει σε εύθυμες περιστάσεις, έπαιρνε τη μορφή παιχνιδιού.

 

 

 

 

 

Η ΓΛΥΚΟΜΗΛΙΤΣΑ

 

Είναι και αυτός χορός της επαρχίας Κισσάμου Χανίων. Ανήκει στην κατηγορία των συρτών χορών. Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες σε κύκλο. Το μουσικό μέτρο του χορού είναι 2/4 , τα βήματά του 12 και η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων.

Ο χορός παίρνει το όνομά του από το ριζίτικο τραγούδι «Το μήλον όσο κρέμεται εις τη γλυκομηλίτσα», με το οποίο μοιράζεται και την ίδια μελωδία.

 

 

Ο ΤΡΙΖΑΛΗΣ

 

Είναι, επίσης, χορός της επαρχίας Αμαρίου Ρεθύμνου. Ανήκει στην κατηγορία των πηδηχτών χορών. Στις μέρες μας αποδίδεται κυρίως από γυναίκες, παλαιότερα όμως ήταν μικτός χορός. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4 , τα βήματά του 7 ( που εκτελούνται με δύο τρόπους) και η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων. Χορεύεται σε κύκλο.

Ο ΚΟΥΤΣΑΜΠΑΔΙΑΝΟΣ

 

Λέγεται και κα(ρ)τσιμπα(ρ)διανός ή κατσαμπαδιανός ή κουτσιστός. Είναι χορός της επαρχίας Αμαρίου Ρεθύμνου. Χορεύεται μόνον από άνδρες σε κύκλο. Το μουσικό μέτρο του χορού είναι 2/4 , τα βήματά του 10 και η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων.

Στην ουσία πρόκειται για παραλλαγή του πεντοζαλιού, κάτι που επιβεβαιώνεται από τη σχετική με τη διαμόρφωση του χορού προφορική παράδοση.

Υπάρχει και μία δεύτερη εκδοχή για τον τυπικό βηματισμό του χορού, με 16 βήματα, η οποία όμως αποδυναμώνεται από την ασυμφωνία της με το παραδιδόμενο χρονικό δημιουργίας του χορού, που αναφέρουμε παρακάτω.

 

Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, την οποία διέσωσε ο λυράρης Γιώργος Μουζουράκης (1904–2001) από την Παντάνασσα Αμαρίου, καταθέτοντάς την σε συνέντευξη που μου παραχώρησε το 1995, το ιστορικό διαμόρφωσης του χορού έχει ως εξής: Αρκετά χρόνια μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη, εκεί γύρω στα 1800, ένας καπετάνιος από την Αμπαδιά, κουτσός στο αριστερό του πόδι, μετά από μία μάχη με Τούρκους στη Λοχριά της Αμπαδιάς, θέλησε να χορέψει πεντοζάλι.  Οι μουσικοί, που έπαιξαν για αυτόν, και οι χορευτές, που χόρεψαν μαζί του, τον τίμησαν, προσαρμόζοντας το ρυθμό της μουσικής του πεντοζαλιού και τα βήματα του χορού, αντίστοιχα, στα ζάλα ενός  κουτσού άνδρα.  Εκείνος, παρ’ ότι κουτσός, χόρεψε και ο χορός του  έμεινε στην παράδοση της επαρχίας Αμαρίου ως κουτσαμπαδιανός ή κα(ρ)τσιμπα(ρ)διανός ή κατσαμπαδιανός ή κουτσιστός, για να θυμούνται όλοι το χορό του κουτσού από την Αμπαδιά.

 

Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές (στις οποίες επανειλημμένως τα τελευταία χρόνια έχω αναφερθεί μέσα από τα κείμενά μου), ανάμεσα σε αυτούς που συμμετείχαν στην επανάσταση του Δασκαλογιάννη, στα 1770-71, ήταν και ο σπουδαίος οπλαρχηγός Ιωσήφ Δασκαλάκης ή Σηφοδασκαλάκης (πατήρ) από την Αμπαδιά Ρεθύμνου, ο οποίος, μάλιστα, ήταν από αυτούς που επέζησαν του αγώνα, αλλά έμεινε χωλός στο αριστερό του πόδι. Να σημειωθεί ότι ο Σηφοδασκαλάκης ήταν σφακιανής καταγωγής και ο γιος του, που ήταν σημαιοφόρος στο στράτευμα του Δασκαλογιάννη, σκοτώθηκε στις αρχές της επανάστασης. Θεωρώ, λοιπόν, ότι είναι πολύ πιθανόν ο Σηφοδασκαλάκης να είναι ο κουτσός Αμπαδιανός (ή Αμπαδιώτης), που αναφέρεται στο παραδιδόμενο ιστορικό του χορού.

Διαπιστώνουμε ακόμη ότι το ιστορικό του πεντοζαλιού ενισχύεται από εκείνο του κουτσαμπαδιανού (1770 το πεντοζάλι, 1800 ο κουτσαμπαδιανός). Το γεγονός δε ότι οι δύο χοροί αυτοί έχουν κοινά πολλά τεχνικά στοιχεία, κάνει ακόμα πιο ισχυρή τη θεώρηση που θέλει τον κουτσαμπαδιανό να προκύπτει από το πεντοζάλι.

Η ΣΟΥΣΤΑ

 

Είναι χορός του νομού Ρεθύμνου. Ανήκει στην κατηγορία των πηδηχτών χορών. Χορεύεται από ένα ή περισσότερα ζευγάρια (άνδρας με γυναίκα). Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4 και τα βήματά του 6. Ξεκινάει σαν κύκλιος χορός. Άνδρες και γυναίκες, με λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων, αφού χορέψουν έναν κύκλο χωρίζονται σε δύο ομάδες (ανδρών και γυναικών), η μια απέναντι από την άλλη, φροντίζοντας να βρεθούν αντικριστά οι χορευτές που θα αποτελέσουν ζευγάρι. Στη συνέχεια κάθε άνδρας πλησιάζει το ταίρι του. Από εκεί κι έπειτα αναπτύσσεται μεταξύ των χορευτών του κάθε ζευγαριού ένας χορευτικός διάλογος, γεμάτος συμβολισμούς, με τα ζευγάρια αρχικά σε παράλληλη διάταξη και κατόπιν σε ελεύθερη. Ένα καλό ζευγάρι χορευτών μπορεί να εκφράσει στη σούστα το χρονικό μιας ερωτικής ιστορίας, από τη στιγμή της γνωριμίας μέχρι την ώρα του γάμου.

Τα βασικά βήματα του χορού, που μοιάζουν με πηδηματάκια και κάνουν τα σώματα των χορευτών σαν να ωθούνται από κάποιο ελατήριο, πιστεύω ότι ίσως να ήταν ο λόγος που ο χορός, κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, μετονομάστηκε σε σούστα από την ομώνυμη ιταλική  λέξη, που σημαίνει ελατήριο, έλασμα. Θεωρώ, λοιπόν, πιθανόν οι Βενετοί να έδωσαν την ονομασία αυτή, από τη στιγμή που άρχισαν να χορεύουν τον αντικριστό ερωτιάρικο χορό των Κρητών, αφού από τον Αντρέα Κορνάρο, ιστορικό της εποχής (τέλη 16ου αιώνα), πληροφορούμαστε πως στις γιορτές και στις δεξιώσεις που δίδονταν στο παλάτι του δούκα, στο Χάνδακα, χορεύονταν εκτός από τους ιταλικούς και οι κρητικοί χοροί, που άρεσαν πολύ στους Βενετούς αξιωματούχους και στις κυρίες τους. Μπορεί, βέβαια, και να διαμορφώθηκε τότε ο χορός, μετασχηματίζοντας έναν παλαιότερο.

Ο ΠΗΔΗΧΤΟΣ (ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΡΕΘΥΜΝΟ)

 

Χορός της επαρχίας Μυλοποτάμου του νομού Ρεθύμνου, που αποδίδεται μόνο από άνδρες. Το μουσικό μέτρο του χορού είναι 2/4 , τα βήματά του 12 και η λαβή χιαστί. Χορεύεται σε κύκλο.

Τις τελευταίες δεκαετίες ο χορός είναι περισσότερο γνωστός ως ανωγειανός πηδηχτός, επειδή προβλήθηκε ιδιαιτέρως από Ανωγειανούς μουσικούς και χορευτές. 

 

 

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΜΙΚΡΑΚΙ

 

Είναι και αυτός ένας χορός που συναντάται σε αρκετές περιοχές των νομών Ρεθύμνου και Ηρακλείου. Ανήκει στην κατηγορία των συρτών χορών. Στις μέρες μας αποδίδεται κυρίως από γυναίκες, παλαιότερα όμως ήταν μικτός χορός. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4 και η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων. Για το βηματισμό του χορού υπάρχουν δύο εκδοχές, μία με 10 βήματα και μία με 18. Χορεύεται σε κύκλο.

 

Ο ΑΠΑΝΩΜΕΡΙΤΗΣ

 

Είναι χορός της Κεντρικής Κρήτης. Συναντάται σε αρκετές περιοχές των νομών Ρεθύμνου και Ηρακλείου. Στις μέρες μας χορεύεται κυρίως από γυναίκες, παλαιότερα όμως ήταν μικτός χορός. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4, τα βήματά του 10 και η λαβή από τις παλάμες με τα χέρια κάτω. Χορεύεται σε κύκλο.

Ο ΣΙΓΑΝΟΣ

 

Είναι χορός αργός και ίσως γι αυτό ονομάστηκε έτσι. Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες σε κύκλο. Διαφορετικές μορφές του χορού συναντώνται στους νομούς Ρεθύμνου, Ηρακλείου και Λασιθίου. Μέχρι πριν μερικά χρόνια ήταν ο χορός της νύφης στην Κεντρική και Ανατολική Κρήτη και το λέμε αυτό γιατί στις μέρες μας ο χανιώτικος (συρτός) έχει επικρατήσει να είναι ο χορός της νύφης στα περισσότερα μέρη της Κρήτης.

  • Στο νομό Ρεθύμνου

Ο χορός έχει μουσικό μέτρο 2/4, 8 βήματα και λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων ή θηλυκωτή.

  • Στο νομό Ηρακλείου

Ο χορός έχει μουσικό μέτρο 2/4, 6 βήματα και λαβή χιαστί.

  • Στο νομό Λασιθίου

Είδος σιγανού χορού αποτελεί ο ξενομπασάρης, που είναι χορός της επαρχίας Ιεράπετρας. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4 , τα βήματά του 6 και η λαβή χιαστί ή θηλυκωτή ή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων. Είναι χορός που βηματικά προσιδιάζει με το σιγανό που χορεύεται στο νομό Ηρακλείου, αν και δεν τον έλεγαν ποτέ έτσι στην Ιεράπετρα.

Η ονομασία του οφείλεται στη μαντινάδα που τραγουδιέται πάντα πρώτη κατά τη διάρκεια του χορού:

 

Ξενομπασαρικάκι μου ξενομπασάρικό μου,

σγουρό βασιλικάκι μου και να ‘σουνε δικό μου

 

Χορεύεται και στο Κάτω Μεραμπέλλο, όπου τον λένε σιγανό, αλλά και μανά, από το τσάκισμα «για το Θεό μανά μου», που λέγεται πάνω στις μαντινάδες.

 

Παλαιότερα ο σιγανός χορευόταν κυρίως από γυναίκες. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, επί Τουρκοκρατίας οι αγάδες συνήθιζαν να καλούν τις οικογένειες των Κρητικών σε δήθεν γλέντια, για να βάζουν τις γυναίκες και τις κόρες τους να χορεύουν στους οντάδες τους. Κατά την προφορική παράδοση, την οποία επίσης κατέγραψε ο Ναύτης στο βιβλίο του, οι Τούρκου έριχναν στο πάτωμα ρόβι για να γλιστρούν οι γυναίκες, να πέφτουν κάτω, να τις γελοιοποιούν και να τις προσβάλουν. Λέγεται, λοιπόν, ότι οι Κρητικοί, για να μην γίνεται  το κέφι των Τούρκων, έλεγαν στους οργανοπαίχτες, που επί το πλείστον ήταν Χριστιανοί, να παίζουν το σιγανό, ώστε οι Κρητικές να αποφεύγουν τα … χορευτικά ατυχήματα. Να σημειωθεί ότι δεν ξέρουμε αν ο χορός αυτός προϋπήρχε ή διαμορφώθηκε τότε για το σκοπό  αυτό.

ΠΗΔΗΧΤΟΣ (ΚΑΣΤΡΙΝΟΣ) ή ΜΑΛΕΒΙΖΩΤΗΣ (ή ΜΑΛΕΒΙΖΙΩΤΙΚΟΣ)

 

Λέγεται και καστρινός πηδηχτός. Είναι χορός της επαρχίας Μαλεβιζίου του νομού Ηρακλείου. Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες σε κύκλο. Το μουσικό μέτρο του χορού είναι 2/4, τα βήματά του 16 και η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων (με λυγισμένους τους αγκώνες).

ΜΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ

 

Πριν ολοκληρώσουμε την αναφορά μας στο χορευτικό όρο πηδηχτός για το νομό Ηρακλείου, να επισημάνουμε ότι, τον όρο πηδηχτό χρησιμοποιούσαν παλαιότερα και για έναν άλλο χορό (με 7 βήματα και λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων και λυγισμένους τους αγκώνες), γνωστό σε χωριά της επαρχίας Καινουργίου, ο οποίος, όμως, είχε πάψει να αποδίδεται μέχρι το 2012. Από το 2012, οπότε έγινε ευρέως γνωστή η μία και μοναδική, μέχρι σήμερα, διασωθείσα παλαιή οπτικοακουστική καταγραφή του στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 στη Γέργερη της επαρχίας Καινουργίου Ηρακλείου, ο χορός άρχισε να προβάλλεται, ατυχώς, με την ονομασία πηδηχτός Γέργερης.Επίσης, τα τελευταία χρόνια άρχισε τα γίνεται αρκετά συχνά λόγος για εθιανό πηδηχτό, ενώ σχετικά πρόσφατα άρχισαν κάποιες αναφορές και για πηδηχτό Βιάννου, πηδηχτό Μεσσαράς και πηδηχτό Μονοφατσίου, αν και δεν υπάρχουν, από όσα γνωρίζουμε, καταγραφές, όπως αυτή του προαναφερθέντος πηδηχτού στην επαρχία Καινουργίου.

 

Δεν θα σχολιάσω, ούτε θα αναλύσω τα προβαλλόμενα με αυτούς τους χορούς ή άλλους, επίσης, νεοεμφανιζόμενους (ορσίτης, μπυρίχης, πικρήδης ή επικρείδιος κ.λπ.), υποτίθεται από το νομό Ρεθύμνου, καθότι οι υπεύθυνοι εκφραστές τους δεν έχουν προβεί σε ανακοινώσεις σχετικές με την έρευνα πάνω στην οποία στηρίζονται τα όσα παρουσιάζουν. Ανακοινώσεις επαρκείς και επιστημονικές, που να εκθέτουν τις διασταυρωμένες (ή μη) πηγές τους. Προσωπικά πιστεύω ότι δεν θα ήταν υπεύθυνη η μη διατήρηση επιφυλάξεων και η θεώρηση τέτοιων προσπαθειών ως κάτι αξιόπιστο, από τη στιγμή που δεν έχουν δημοσιευθεί, ακόμη, επαρκή στοιχεία, που να τις τεκμηριώνουν, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι οι χοροί αυτοί είναι όντως παλαιοί, παραδοσιακοί και όχι νεώτερες «εφευρέσεις»... Συνεπώς, μέχρι νεωτέρας, περιμένουμε...

Θα προσθέσω μόνο κάτι, σχετικό με τις ονομασίες των χορών, που πάντοτε επισημαίνω στις εισηγήσεις μου στα σεμινάρια κρητικών χορών, στα οποία διδάσκω. Οι τοπωνυμικοί επιθετικοί προσδιορισμοί υποδηλώνουν είτε προέλευση – καταγωγή, είτε αποκλειστική παρουσία – χρήση.

 

Συνεπώς, η παρουσία ενός τέτοιου προσδιορισμού στην ονομασία ενός κρητικού χορού είναι εύλογη (προς χάριν της διάκρισης) όταν παραπέμπει, τουλάχιστον, σε μία επαρχία, δηλαδή σε μία ευρεία γεωγραφική περιοχή, μέσω της οποίας διαφαίνεται η μεγάλη συλλογικότητα στη διατήρηση, αν όχι στη διαμόρφωση, της τοπικής χορευτικής παράδοσης. Αντιθέτως, η χρήση ενός προσδιορισμού που ανάγεται στα στενά όρια ενός χωριού είναι δύσκολο να αιτιολογηθεί, καθώς εύκολα μπορεί να μεταφραστεί ως μία «διεκδίκηση» τοπικιστικού χαρακτήρα. Ποίος θα πιστέψει πως ένας παλαιός χορός χορευόταν σε ένα μόνο χωριό, στο οποίο, όμως, χορεύονταν και άλλοι χοροί, γνωστοί στα γύρω χωριά; Είναι δυνατόν να ήταν άγνωστος ο χορός αυτός στα γυρωχώρια της επαρχίας; Για να το δεχτούμε αυτό, πρέπει πρώτα να απαντηθεί το ερώτημα: γιατί συνέβαινε αυτό; Δεν πρέπει να ταυτίζουμε το χθες με το σήμερα. Δεν πρέπει να παρασυρόμαστε από το φαινόμενο των τελευταίων δεκαετιών, όπου επειδή η ζωντανή διατήρηση και συστηματική προβολή ορισμένων χορών εντοπιζόταν σε μερικά χωριά, αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση μίας μορφής οικειοποίησής των μέσω της ονομασίας των (ρουματιανή σούστα, ανωγειανός πηδηχτός, μεσελεριανός), όταν μάλιστα έχει εκφραστεί έντονη διαφωνία κατοίκων από άλλα όμορα χωριά, που γνώριζαν τους χορούς αυτούς. Μην συνδέουμε τα του χορού με τα της μουσικής, στην οποία, ασφαλώς, συναντούμε μελωδίες χανιώτικού (συρτού) και κοντυλιές με τοπωνυμικές ονομασίες (προέλευσης χωριών), καθότι είτε είναι αφιερωματικές είτε υποδηλώνουν την καταγωγή του δημιουργού. Είναι γνωστό ότι η μουσική παράδοση είναι κατεξοχήν ατομική δημιουργία, με γνωστά στοιχεία ταυτότητας, εν αντιθέσει με τη χορευτική, που θεωρείται συλλογική και για την οποία σε ελάχιστες περιπτώσεις έχουμε αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα (χανιώτικος, πεντοζάλι, κουτσαμπαδιανός). (Βλ. επίσης, Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, «Θαλήτου Τέχνες: Τα κρητικά χορευτικά ομώνυμα του πρόσφατου παρελθόντος και οι σύγχρονες μετονομασίες τους», περιοδ. Κοντυλιές, Μάρτιος 2010, σσ. 44-7.

Ο ΜΠΡ(Α)ΪΜΙΑΝΟΣ - ΠΡΙΝΙΩΤΗΣ

 

Είναι χορός της επαρχίας Ιεράπετρας. Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες σε κύκλο. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4. Τον συναντούμε σε παραλλαγές, στην Ιεράπετρα, στον Κρούστα, στους Μεσελέρους (όπου τον λένε μεσελεριανό) και αλλού, καθώς και στο οροπέδιο Λασιθίου, όπου και παίρνει την ονομασία πρινιώτης, μία εξαιρετικά ξεχωριστή έκφραση του χορού, η οποία προσωπικά πιστεύω ότι έχει αρχαιότατες καταβολές, καθώς παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τον αρχαιοελληνικό χορό «όρμο», ο οποίος είχε υπορχηματικό χαρακτήρα.

Στα περισσότερα χωριά της επαρχίας Ιεράπετρας έχει 13 βήματα και λαβή χιαστί ή από τους ώμους με τα χέρια τεντωμένα ή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων ή θηλυκωτή.

Στο οροπέδιο Λασιθίου ο πρινιώτης έχει 14 βήματα και λαβή διπλή σταυρωτή.

 

 

Ο ΑΓΚΑΛΙΑΣΤΟΣ

 

Είναι χορός της επαρχίας Ιεράπετρας, απλός, περπατητός. Στον Κρούστα εντοπίζεται και μία άλλη βηματική μορφή (με 6 βήματα). Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες σε εύθυμες περιστάσεις. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4.

 

Το όνομά του ο χορός το πήρε από την ιδιόμορφη λαβή του, που μοιάζει να αγκαλιάζει κάθε χορευτής τον μπροστινό του. Ο μουσικός ή η «πλουμίστρα» (μια γυναίκα με πείρα στο χορό αυτό, που  πιάνει στην αρχή του κύκλου) «πλουμίζει», δηλαδή «στολίζει», κάθε χορευτή και χορεύτρια με επαινετικά δίστιχα, ενώ ταυτοχρόνως εξελίσσεται η ομολογουμένως ξεχωριστή διαδικασία του αγκαλιάσματος, ξεκινώντας από τους τελευταίους του χορού, με τη διαμόρφωση αψίδας και πορείας φουρκέτας. Τον αγκαλιαστό ακολουθεί, σχεδόν πάντα, ως συνέχεια, ένας πηδηχτός χορός του νομού Λασιθίου. 

Ο ΠΗΔΗΧΤΟΣ (ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΛΑΣΙΘΙΟΥ)

 

Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες σε κύκλο. Έχει μουσικό μέτρο 2/4 και λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων.

Τον συναντούμε σε παραλλαγές, στο ύφος του βηματισμού και στη συνοδευτική μουσική, ως στειακό στην επαρχία Σητείας (με 16 βήματα) και ως ιεραπετρίτικο στην επαρχία Ιεράπετρας (με 14 βήματα).

 

 

Ο ΖΕΡΒΟΔΕΞΟΣ

 

Είναι χορός της επαρχίας Ιεράπετρας. Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες, με τον ένα πίσω από τον άλλον, στην αρχή σε κύκλο και μετά σε ελεύθερη πορεία.  Έχει μουσικό μέτρο 2/4, 6 βήματα και ιδιόμορφη λαβή, που γίνεται με τη βοήθεια μαντηλιού.  Οι χορευτές τεντώνουν το δεξί τους χέρι και πιάνουν το αριστερό του μπροστινού (μπροστά από τον αριστερό ώμο). Με το ξεκίνημα της μουσικής όλοι χορεύουν πηγαίνοντας προς τα εμπρός.  Όταν ο  μουσικός, βιολάτορας ή λυράρης, κάνει με το δοξάρι  του ένα χαρακτηριστικό και κοφτό ήχο σαν στριγκλιά, τότε όλοι οι χορευτές αλλάζουν φορά.  Έτσι ο πρώτος γίνεται τελευταίος και ο τελευταίος πρώτος. Στο χωριό Κρούστας ο ζερβόδεξος έχει 7 βήματα και χορεύεται με λαβή από τις παλάμες με τα χέρια κάτω.

Η ονομασία του χορού οφείλεται στην εναλλασσόμενη φορά του, μία μπροστά μία πίσω ή αλλιώς μία ζερβά (αριστερά) μία δεξιά. Οι παλιοί οργανοπαίχτες συνήθιζαν να παίζουν το χορό αυτό στα γλέντια, τις προχωρημένες ώρες, όταν ήθελαν να τονώσουν το κέφι.

Ο ΛΑΖΟΤΗΣ

 

Είναι ένας εύθυμος κυκλικός χορός που χορεύεται από άνδρες και γυναίκες σε αρκετές περιοχές της Κρήτης. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4, τα βήματά του 8 και η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων.

Να σημειωθεί ότι ο χορός δεν είναι πηδηχτός, παρότι, όπως έχω δείξει, στο βηματισμό του ενσωματώνονται στοιχεία από δύο χορούς των Ποντίων, τους ομάλ απλό και τικ σο γόνατον.

Για τη διαμόρφωση του χορού υπάρχουν δύο απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη, ο χορός προέκυψε από την επαφή των Κρητών με τους Ποντίους κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και σύμφωνα με τη δεύτερη, από Πόντιους (Λαζούς) που βρέθηκαν στην Κρήτη το 19ο αιώνα.

Η δεύτερη άποψη δεν μπορεί να εκφράζει την ιστορική πραγματικότητα, γιατί οι Πόντιοι που βρέθηκαν στην Κρήτη τον 19ο αιώνα, οι λεγόμενοι Λαζοί (επειδή κατοικούσαν στη Λαζική Χώρα, το σημερινό Λαζιστάν), είχαν έρθει ως μισθοφόροι των Τούρκων, καθότι είχαν ασπαστεί τον ισλαμισμό από τα μέσα του 18ου αιώνα. Άρα, είναι απίθανο οι Κρήτες να επηρεάσθηκαν από παραδόσεις αλλοθρήσκων.

Αντιθέτως, την πρώτη άποψη ισχυροποιεί η μαρτυρία του γνωστού θεατρικού συγγραφέα Δημήτρη Ψαθά (1907-1979), την οποία κατέθεσε ο Γεώργιος Μουζουράκης σε συνέντευξη που μου παραχώρησε το 1995.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Ψαθά (αλλά και πολλούς άλλους), που έζησε τον εκπατρισμό των Ποντίων, ο οποίος άρχισε με την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου), οι Πόντιοι από τη μια άλλαζαν αμφίεση για να αποφεύγουν τους Τούρκους και από την άλλη για να αναγνωρίζονται μεταξύ τους όταν συναντιόνταν κατεβαίνοντας προς τη Βαλκανική, έλεγαν τη φράση «Η ΕΛΛΑΣ ΖΕΙ». Κρήτες εθελοντές αγωνιστές, που έλαβαν μέρος στους Μακεδονικούς και Ηπειρωτικούς αγώνες και οι οποίοι εξακολουθούσαν να βρίσκονται στη Βόρεια Ελλάδα, συνάντησαν τους Ποντίους σε κάποιες στρατοπεδειές, άκουσαν το συνθηματικό τους, αλλά, λόγω της ποντιακής προφοράς, το συγκράτησαν ως μια λέξη, «λαζί», γι΄ αυτό και τους είπαν «ΛΑΖΟΥΣ». Τους είδαν μάλιστα να χορεύουν, θαύμασαν τους χορούς τους και επηρεασμένοι απ΄ αυτούς δημιούργησαν έναν άλλο, τον οποίον ονόμασαν «λαζότη», αφού τον εμπνεύστηκαν από αυτούς τους οποίους άκουγαν να λένε «λαζί»1. Μετά το τέλος του πολέμου, οι Κρήτες που σώθηκαν, γυρίζοντας έφεραν το «λαζότη» στη Μεγαλόνησο.

Ο Γιώργος Μουζουράκης μου είχε πει ότι, από όσο θυμόταν, αυτός που έφερε το λαζότη στην Κρήτη ήταν ο λυράρης Γιάννης Αγγανάκης ή Γλεντούσης από τον Κουρνά Αποκορώνου.

 

1 Το ομόηχο των λέξεων Λαζοί (εξισλαμισμένοι Πόντιοι, μισθοφόροι των Τούρκων στην Κρήτη στα μέσα του 19ου αι.) και λαζί (το συνθηματικό «Η Ελλάς ζει» των Ποντίων, που οι Κρήτες το συγκράτησαν ως μία λέξη, για αυτό και τους αποκαλούσαν Λαζούς, αγνοώντας, όμως, ότι ο ίδιος όρος υποδηλώνει κάτι εντελώς διαφορετικό) είναι η αιτία δημιουργίας των δύο διαφορετικών απόψεων σχετικά με τη

διαμόρφωση του χορού λαζότη.

 

 

Το ομόηχο των λέξεων Λαζοί (εξισλαμισμένοι Πόντιοι, μισθοφόροι των Τούρκων στην Κρήτη στα μέσα του 19ου αι.) και λαζί (το συνθηματικό «Η Ελλάς ζει» των Ποντίων, που οι Κρήτες το συγκράτησαν ως μία λέξη, για αυτό και τους αποκαλούσαν Λαζούς, αγνοώντας, όμως, ότι ο ίδιος όρος υποδηλώνει κάτι εντελώς διαφορετικό) είναι η αιτία δημιουργίας των δύο διαφορετικών απόψεων σχετικά με τη διαμόρφωση του χορού λαζότη.

 

ΤΑ ΝΤΟΥΡΝΕΡΑΚΙΑ

 

Είναι άλλος ένας χορός κεφιού, που, σύμφωνα με το Γιώργο Μουζουράκη, έκανε την εμφάνισή του στην Κρήτη ταυτόχρονα με το λαζότη. Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες σε κύκλο. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4, τα βήματά του 6 και η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων. Μοιάζει με το χασαποσέρβικο.

Η χορευτική ομάδα του ιστορικού «Παγκρήτιου Ομίλου Βρακοφόρων», με τους Μανουσογιάννη, Αντώνη Ποντικό, Μιχ. Λέφα, Εμμ. Φασαράκη, Εμμ. Τσαπάκη, Γιώργο Βουράκη και Θεολόγο Ζυμπραγουδάκη, χορεύει χανιώτικο με τον παλαιό τρόπο σε εκδήλωση της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης στα 1967. (Αρχείο Αντώνη Ποντικού - δημοσιεύεται στο Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, Οι χοροί της Κρήτης, μύθος - ιστορία - παράδοση, Κλασικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2000).

Ηρακλειώτες χορεύουν μαλεβιζώτη γύρω από τους δύο καθιστούς λυράρηδες. (Φωτοθήκη Λυκείου των Ελληνίδων - δημοσιεύεται στο Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, Οι χοροί της Κρήτης, μύθος - ιστορία - παράδοση, Κλασικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2000).

 

Επίσης, όταν ο πρώτος αυτοσχεδιάζει τον κρατάει πάντοτε ένας άλλος άνδρας και ποτέ γυναίκα, εκτός από την περίπτωση που την χορεύει (χανιώτικος).

Τέλος, όταν ο πρώτος ολοκληρώσει τον αυτοσχεδιασμό του, ανάλογα με το χορό, είτε πηγαίνει στο τέλος του κύκλου, παραδίδοντας τη θέση του στο δεύτερο (χανιώτικος, πηδηχτός κ.ά), είτε παραμένει στη θέση του, κρατώντας ως δεύτερος το νέο πρώτο, που κατέλαβε τη θέση του αποσπώμενος από το οποιαδήποτε σημείο του κύκλου (πεντοζάλι, μαλεβιζώτης κ.ά.). Συνεπώς, ποτέ ο πρώτος δεν ανταλλάσσει τη θέση του με κάποιον άλλο, όπως βλέπουμε να γίνεται σε όλα, σχεδόν, τα σύγχρονα κρητικά χορευτικά συγκροτήματα. (Για περισσότερα βλ. Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, «Ο αυτοσχεδιασμός του πρωτοχορευτή, παράδοση και... φολκλόρ» στο Ιχνηλατώντας την κρητική παράδοση στο χθες και το σήμερα, Πανελλήνια ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2011)

 

ΠΗΓΕΣ

Κασίμη Σάτυα Α., «Θαλήτου Τέχνες: Παλαιοί μεγάλοι δάσκαλοι του κρητικού χορού», περιοδ. Κοντυλιές, Μαρ. – Απρ. 2009 (τ.18), σσ. 44-9.

 

Τσουχλαράκη Ιωάννη Θεμ., Οι χοροί της Κρήτης, μύθος - ιστορία - παράδοση, Κλασικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2000 (Α΄ ‘Έπαινος Ακαδημίας Αθηνών).

 

Τσουχλαράκη Ιωάννη Θεμ., «Θαλήτου Τέχνες: Το χρονικό διάδοσης του χανιώτικου συρτού», περιοδ. Κοντυλιές, Σεπ. – Οκτ. 2006 (τ.5), σσ. 42-4.

 

Τσουχλαράκη Ιωάννη Θεμ., «Θαλήτου Τέχνες: Τα κρητικά χορευτικά ομώνυμα του πρόσφατου παρελθόντος και οι σύγχρονες μετονομασίες τους», περιοδ. Κοντυλιές, Μάρτιος 2010 (τ.22), σσ. 44-7.

 

Τσουχλαράκη Ιωάννη Θεμ., Ιχνηλατώντας την κρητική παράδοση στο χθες και το σήμερα, Πανελλήνια ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2011.

Ο περίφημος πρωτοχορευτής και δάσκαλος κρητικών χορών Μύρωνας Σαπουντζής από το Μακρυγιάννη Μυλοποτάμου σε μία άψογη εκτέλεση ταλιμιού. (Αρχείο Μύρωνα Σαπουντζή - δημοσιεύεται στο Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, Οι χοροί της Κρήτης, μύθος - ιστορία - παράδοση, Κλασικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2000).

Πανελλήνια Ομοσπονδία 

Πολιτιστικών Κρητικών Σωματείων

Π.Ο.Π.Κ.Σ. 

bottom of page