Ντοπιολαλιές μέσα από μαντινάδες

 

Ταξιδευτής η θύμηση

κι άρχισε το σεργιάνι

παλιές πληγές αγγρίστηκαν

που ‘ χανε παγουριάνει

Αγγρίζομαι: εξαγριώνομαι, εξάπτομαι

Παγουριάνω: καταπραΰνω, λιγοστεύω, μειώνω.

 

Μου ΄μπεψε με το μαντρατζή

σημείωμα στα όρη

πως δεν παντρεύεται βοσκό

καλλιά γεροντοκόρη.

Μαντρατζής: ο βοηθός του βοσκού που πηγαινοέρχεται από τη μάντρα στο χωριό και κάνει θελήματα.

 

Τροζή καρδιά ΄χω κι ο σεβντάς

ντίπι θα τηνε φθείρει

γιατί δε θέλει να χαλά

κιαμιάς φιλιάς χατίρι

Τροζή: τρελή

Ντίπι: τελείως, εντελώς.

 

Μπέσα δεν έχει η μοίρα μου

θρουλί και με παιδεύγει

αλλά ντρακέρνω στη ζωή

κι άλλα μου ξετελεύγει.

Θρουλί: ψίχουλο

Ξετελεύγω: ολοκληρώνω, αποτελειώνω

Ντρακέρνω: ξεκινώ, αρχίζω.

Η κρητική διάλεκτος...

Μαντινάδα

 

Ποια μέλισσα εζήλεψε

ανθέ την ομορφιά σου

να τση τρυγήσω τα κελιά

να φτιάξω τα κεριά σου

 

Σε μια σπηλιά σαν ασκητής

τη ζήση θα περάσω

κι ίσως αφού σε λάτρεψα

κάποια στιγμή να αγιάσω.

 

Αποστηρώξαν τα νερά

στς΄ αγάπης σου τη βρύση

κι είναι η καρδιά μου φρύγανο

ξερό και θα θρουλίσει.

 

Δεν ντονε θέλω εγώ βοσκό

απού φορεί τσι δόμους

γιατί σφιχταγκαλιάζεται

αργά με τσι δαιμόνους.

 

Αποστηρώξαν: τελείωσαν

Θα θρουλίσει: θα τεμαχιστεί.

Δόμοι: στιβάνια με πέλμα.

Δαιμόνοι: νεράιδες που ερωτοτροπούν τις νύχτες με τους βοσκούς.

Πανελλήνια Ομοσπονδία 

Πολιτιστικών Κρητικών Σωματείων

Π.Ο.Π.Κ.Σ.