ΤΕΧΝΕΣ...Ζωγράφοι-γλύπτες

(1530 – 1591)

Ο Μιχαήλ Δαμασκηνός γεννήθηκε μεταξύ 1530 και 1535 στον Χάνδακα και θεωρείται ο σημαντικότερος ζωγράφος εικόνων της κρητικής σχολής. Δούλεψε στη Βενετία (1574-1582) και στην Κέρκυρα (1582-1584) γεγονός που δείχνει πόσο περιζήτητος ήταν στην εποχή του.

Στα έργα του αναδεικνύεται η θαυμαστή συνύπαρξη της βυζαντινής αγιογραφίας με τις τεχνικές της δυτικής ζωγραφικής και της αναγεννησιακής τέχνης. Έχει φιλοτεχνήσει πολλά έργα τα οποία βρίσκονται σκόρπια σε συλλογές από τον Άγιο Γεώργιο της Βενετίας και το Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών έως και την Βυζαντινή Συλλογή της Αγίας Αικατερίνης των Σιναΐτων όπου εκτίθενται έξι από τις σημαντικότερες εικόνες του οι οποίες ανήκαν στην Μονή Βροντησίου όπου εργάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο εκεί εργαστήριο της Μονής. Από τα πολυάριθμα έργα του Μιχαήλ Δαμασκηνού σώζονται σήμερα περίπου 100. Άλλα είναι ζωγραφισμένα σύμφωνα με τη βυζαντινή παράδοση και άλλα σύμφωνα με τη λατινική τεχνοτροπία κάτι που δείχνει πως ο Δαμασκηνός -όπως και οι δάσκαλοί του της κρητικής σχολής- ήξερε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των εκάστοτε πελατών του που ήταν είτε ορθόδοξοι είτε καθολικοί.

Χαρακτηριστικό των έργων του Μιχαήλ είναι το τριανταφυλλί σάρκωμα που απλώνεται σε κάθε προπλασμό. Επίσης, χαρακτηριστικό είναι ότι ζωγράφιζε πάντα ξύλινους θρόνους και ποτέ μαρμάρινους, που είναι τόσο κοινοί στα έργα άλλων Κρητικών ζωγράφων. Η επίδρασή του στους μεταγενέστερους ζωγράφους ήταν πολύ μεγάλη. Εικονογραφικοί τύποι που αυτός εισήγαγε, έγιναν εξαιρετικά δημοφιλείς και αντιγράφηκαν μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα.  Χάρη στη Μονή Βροντησίου διασώθηκαν μερικές αντιπροσωπευτικές εικόνες του μεγάλου Κρητικού ζωγράφου Μιχαήλ Δαμασκηνού.

(1541 – 1614)

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος γεννήθηκε το 1541 στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο) της Βενετοκρατούμενης Κρήτης, από εύπορους γονείς. Από έγγραφο του 1574 μαθαίνουμε ότι ο Δομήνικος εκπαιδεύτηκε από μικρή ηλικία στη ζωγραφική τέχνη, λαμβάνοντας παράλληλα και σοβαρή ουμανιστική μόρφωση. Το 1563 και σε ηλικία είκοσι δύο ετών είχε διαπρέψει ήδη ως καλλιτέχνης. Τον 16ο αιώνα η ελληνική ζωγραφική παρουσίαζε μία ιδιαίτερη άνθηση με κύρια χαρακτηριστικά την καθορισμένη εικονογραφία και τις σταθερές αισθητικές αντιλήψεις.  Η εμφάνιση της φορητής εικόνας παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη θρησκευτική ζωή του Βυζαντινού κόσμου. Σ’ αυτό το κοινωνικο-πολιτιστικό πλαίσιο θα ζήσει και θα δράσει ο νεαρός Δομήνικος, ο οποίος θα εκπαιδευτεί από μικρός στην αγιογραφία και θα λάβει την αρχαία ελληνική και κλασική παιδεία.
Το 1567 ταξίδεψε στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία, όπου παρέμεινε επί τριετία και μαθήτευσε στα εργαστήρια των ζωγράφων Μπασάνο, Τιτσιάνο και Τιντορέντο, ενώ ζωγράφισε πίνακες, όπως «Ο Διωγμός των εμπόρων από το Ναό».  Το 1570 εγκατέλειψε τη Βενετία και πήγε να εργαστεί στη Ρώμη. Στην Αιώνια Πόλη διεύρυνε τον κύκλο των γνωριμιών του και απέκτησε τέτοια αυτοπεποίθηση για την τέχνη του, ώστε να υποστηρίξει ότι αν καταστρέφονταν οι τοιχογραφίες της «Καπέλα Σιξτίνα» που είχε ζωγραφίσει ο Μιχαήλ Άγγελος, θα μπορούσε αυτός να κάμει καλύτερες. Η παρατήρησή του αυτή θεωρήθηκε τότε βλασφημία και επιτάχυνε την απόφασή του να εγκαταλείψει τη Ρώμη και σε συνδυασμό με τις γνωριμίες του στον κύκλο των Ισπανών ευγενών της Ρώμης να εγκατασταθεί αρχικά στη Μαδρίτη (1576) και τον επόμενο χρόνο στο Τολέδο. Στην ισπανική αυτή πόλη η καλλιτεχνική του παραγωγή έφθασε στην κορύφωσή της. Το 1578 είναι μια σημαντική χρονιά στη ζωή του Γκρέκο. Θα αποκτήσει το πρώτο και μοναδικό του παιδί, τον Χόρχε Μανουέλ, από τη σχέση του με τη δόνα Χερόνιμα δε λας Κουέβας, με την οποία θα ζήσει το υπόλοιπο του βίου του, αλλά δεν θα την παντρευτεί.  Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος πέθανε στις 7 Απριλίου του 1614, σε ηλικία 73 ετών ενώ η ταφή του έγινε στο ναό του Αγίου Δομήνικου στο Τολέδο.

 Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ήταν ο μοναδικός ευρωπαίος ζωγράφος που έδωσε τόσο μεγάλη σημασία στις ανθρώπινες μορφές, στην εκφραστική τους αξία και στην αυτονομία της χρήσης του φωτός και του χρώματος, που έκαναν τις συνθέσεις του να ξεχωρίζουν. Οι ανθρώπινες μορφές κατάφερναν μέσα από τα έργα του να χάσουν τη γήινη υπόστασή τους και να μετουσιωθούν σε οπτασίες, παίρνοντας το ανθρώπινο σχήμα για μία μόνο στιγμή. Διακρίθηκε τόσο για τις προσωπογραφίες όσο και για τις θρησκευτικές συνθέσεις, τα θέματα των οποίων αντλούσε κυρίως από την Καινή Διαθήκη και τα βιβλικά γεγονότα.

Στην πρώιμη δημιουργική του περίοδο ανήκαν έργα που φιλοτεχνήθηκαν στην Κρήτη και στη Βενετία, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουμε ποια από αυτά έγιναν στον Χάνδακα ή στη Βενετία. Ένα από τα σπουδαιότερα έργα του είναι και η «Κοίμηση της Θεοτόκου» (1567), που ανακαλύφθηκε το 1983 στη Σύρο και αποτελεί το πρώτο σωζόμενο έργο του που φέρει την υπογραφή του. Άλλο σημαντικό έργο του είναι η φορητή εικόνα που απεικονίζει τον ευαγγελιστή Λουκά να ζωγραφίζει την Παναγία, έργο που συνδυάζει τα μεταβυζαντινά στοιχεία με μία πρωτότυπη και ιδιαίτερη για την εποχή του τεχνοτροπία. Αλλά σημαντικά έργα είναι επίσης «Η Προσκύνηση των Μάγων» (1565-1567), έργο το οποίο διαπνέεται από τα τυπικά χαρακτηριστικά της Βενετικής εικονογραφίας . Στα τελευταία χρόνια παραμονής του στη Βενετία άνηκαν τα έργα «Η θεραπεία του τυφλού» (1565), «Ο μυστικός δείπνος» (1560) και «Το όρος Σινά».
Ο Δομήνικος αποτελεί διαχρονικό σημείο αναφοράς για την παγκόσμια τέχνη, ενώ η δημιουργική του δράση και η αξιόλογη και καταξιωμένη πορεία του, που είναι απόλυτα συνυφασμένη με το νόημα και την ουσία της ύπαρξής του, συνεχίζουν να μας απασχολούν ακόμη και σήμερα. Για πολλά χρόνια το όνομά του έμεινε στην αφάνεια και οι πίνακές του σε εκκλησίες και παλάτια της Ιταλίας και της Ισπανίας θεωρούνταν ως έργα κάποιου τρελού. Από τις αρχές του 20ου αιώνα το έργο του άρχισε να αναγνωρίζεται και σήμερα θεωρείται ένας από τους κορυφαίους εικαστικούς καλλιτέχνες όλων των εποχών, που επηρέασε ζωγράφους της μοντέρνας τέχνης, όπως ο Πάμπλο Πικάσο.

Σήμερα, πίνακες του Γκρέκο κοσμούν τα μεγαλύτερα μουσεία και ιδιωτικές συλλογές και η αξία κάποιων από αυτούς είναι αμύθητη. Στη χώρα μας υπάρχουν έξι έργα του Θεοτοκόπουλου: «Ο Άγιος Λουκάς ζωγραφίζει την Παναγία» και «Η Προσκύνηση των Μάγων» (Μουσείο Μπενάκη), «Στέψη της Θεοτόκου» και «Η Συναυλία των Αγγέλων» (Εθνική Πινακοθήκη), «Βάπτιση του Χριστού» και «Άποψη του Όρους και της Μονής Σινά» (Ιστορικό Μουσείο Κρήτης).

(1837-1907)

Ο Κωνσταντίνος Βολανάκης ή Βολονάκης ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης.
Οι γονείς του κατάγονταν από την Βολάνη, ένα μικρό χωριό της περιοχής του Ρεθύμνου. Σπούδασε στο Γυμνάσιο της Σύρου, απ' όπου αποφοίτησε το 1856. 
Την ίδια χρονιά, με παρότρυνση των μεγαλύτερων αδελφών του, πήγε στην Τεργέστη για να δουλέψει ως λογιστής κοντά στον μεγάλο οίκο εμπορίας ζάχαρης Αφεντούλη. 
Ο Αφεντούλης εκτίμησε τις καλλιτεχνικές ικανότητες του νεαρού Βολανάκη από τα πάμπολλα σκαριφήματα με βάρκες, πλοία και λιμάνια που ο τελευταίος έφτιαχνε μέσα στις σελίδες των λογιστικών βιβλίων και τον έστειλε στη Βαυαρία να σπουδάσει ζωγραφική στην Ακαδημία του Μονάχου. Εκεί συνδέεται με τον Νικόλαο Γύζη, τον Νικηφόρο Λύτρα, τον Πολυχρόνη Λεμπέση και τον Γεώργιο Ιακωβίδη.
Το 1864 σε ηλικία 27 ετών, εγγράφεται στη Βασιλική Ακαδημία των Τεχνών στο Μόναχο. 
Στα μουσεία του Μονάχου θα γνωρίσει την ολλανδική θαλασσογραφία του 17ου αιώνα και τους εκπροσώπους της ιταλικής πανοραμικής άποψης πόλεων  και θα γίνει ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της θαλασσογραφίας και του ακαδημαϊκού ρεαλισμού.  σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το 1883 επέστρεψε και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά όπου δίδαξε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Πέθανε στον Πειραιά το 1907.

1/1

Please reload

Πανελλήνια Ομοσπονδία 

Πολιτιστικών Κρητικών Σωματείων

Π.Ο.Π.Κ.Σ.