Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, παρ΄ ότι από το 1204 η Κρήτη ενετοκρατείται, η Κρητικιά αρχόντισσα διατήρησε το βυζαντινό φόρεμα για δυόμισι αιώνες μετά, έως την πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453), και μάλιστα ένα φόρεμα παλαιό, όπως αυτό του 10ου αιώνα.  Από την κατάλυση, όμως, της βυζαντινής αυτοκρατορίας και έπειτα, η κρητική γυναικεία φορεσιά αλλάζει, καθώς εξελίσσεται σύμφωνα με τις βενετσιάνικες επιδράσεις. Οι Κρητικές ντύνονται, λοιπόν, ποικιλόμορφα και δεν τηρούν συγκεκριμένη μόδα και έτσι βλέπουμε στην Κρήτη, την ίδια περίοδο, να φοριούνται ποικίλα ενδύματα.

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ

 

 

ΤΟ ΠΑΝΩΚΟΡΜΙ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ

 

Η αλλαγή στο φόρεμα της Κρητικοπούλας επήλθε  το τελευταίο τέταρτο του 16ου αιώνα με την είσοδο της ανδρικής φορεσιάς στην Κρήτη.  Έτσι, οι νέες κοπέλες πήραν από τα ρούχα των ανδρών το μεϊτάνι, που τότε το έλεγαν ζιπόνι. Παράλληλα, αυτήν την εποχή παρουσιάζεται και το αχειρίδωτο (χωρίς μανίκια)  περιστήθιο, που ονομάζεται κορπέτο. Λίγο μετά, στα τέλη του 16ου αιώνα, στις ανατολικές επαρχίες εμφανίζεται η σαλταμάργκα, μια ευρύχωρη αχειρίδωτη ζακέτα, τελείως ανοιχτή μπροστά, μακριά, που φθάνει μέχρι τους γοφούς.  Όταν αργότερα η σαλταμάργκα  έκλεισε πάνω στο στομάχι με πόρπη, που την έκανε να μοιάζει με ένα μακρύ κορπέτο, ονομάστηκε φέρμελη.  Να σημειωθεί ότι, το ζιπόνι με τα χρόνια το είπαν και κοντόχι. Στα Ανώγεια το λένε  και μπόλκα, ενώ στην Κεντρική και Ανατολική Κρήτη ονομάζεται αλλού μπαχριέ, αλλού σάκος.  Από τη στιγμή που το ζιπόνι άρχισε να κεντιέται με χρυσοκλωστές και να γεμίζει από χρυσά κεντήματα το είπαν χρυσοζίπονο. 

ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΜΑΧΑΙΡΑΚΙ

 

Αναπόσπαστο στοιχείο της φορεσιάς για  την αρραβωνιασμένη κόρη ή την παντρεμένη γυναίκα της Δυτικής και Κεντρικής Κρήτης είναι το (μ)πασαλάκι.  Λέγεται και αργυρομπουνιαλάκι. Είναι το αργυροποίκιλτο μαχαιράκι με ασημένιο φουκάρι (θήκη), μικρογραφία του ανδρικού μαχαιριού. Αποτελεί παραδοσιακό δώρο, με πολλούς συμβολισμούς, του μνηστήρα στην αρραβωνιασμένη, η οποία έκτοτε το φορεί στη ζώνη της.

Χανιώτισσα με αργυρομπουνιαλάκι στη ζώνη της.

Φωτογραφία: Nelly’s, Χανιά, 1928

(Αρχείο Μουσείου Μπενάκη).

ΤΟ ΚΕΦΑΛΟΚΑΛΥΜΜΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΙΑΣ

 

Κεφαλοκάλυμμα της Κρητικιάς, σε όλη την Κρήτη, ήταν το μεταξοΰφαντο μαντήλι. Όταν αυτό ήταν ένας διάφανος χρυσοστόλιστος λευκός πέπλος, με πάνω του επιρραμένα διάσπαρτα χρυσά νομίσματα, το έλεγαν χρυσόπλεκτο.  Σε όλη τη Δυτική Κρήτη, εκτός από το μεταξοΰφαντο μαντήλι, φορούσαν και ένα κόκκινο φεσάκι με μικρή φούντα, σκεπασμένο με μαύρο τούλι, που το έλεγαν παπάζι.  Κατά το δεύτερο τέταρτο του 19ου αιώνα στις δυτικές επαρχίες έκανε την εμφάνισή του και το βελιό, που το έλεγαν και φακιόλι ή φατσόλι. Είναι μια βελούδινη μικρή σκούφια σε βυσσινί χρώμα με μαύρη δαντέλα στις παρυφές.  Το βελιό ήταν δείγμα οικονομικής άνεσης του γαμπρού, ο οποίος το πρόσφερε στη νύφη μαζί με άλλα γαμήλια δώρα. Στην Ανατολική Κρήτη στο κεφάλι φοριέται η σάλπα, που είναι ένα μακρόστενο λευκό βαμβακερό μαντήλι. Θυμίζει την πέτσα των ανδρών. Στην Κριτσά η σάλπα ονομάζεται βέλο. Λεγόταν, επίσης, και φατσολέτο ή φατσόλι, το οποίο όμως δεν πρέπει να συγχέεται με το βελιό ή το φατσόλι της Δυτικής Κρήτης.

ΒΑΣΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΦΟΡΕΣΙΩΝ

 

Οι βασικοί τύποι των γιορτινών γυναικείων ενδυμασιών της Κρήτης, που έφθασαν μέχρι τις αρχές του 20ου   αιώνα, οπότε τις παραλάβαμε, είναι: η Φορεσιά με ζιπόνι και φουστάνι, η Σάρτζα, η Κούδα και το Σακοφούστανο. Από αυτές προέρχονται πολλές παραλλαγές ή τοπικές ονομασίες τους, όπως οι λεγόμενες Σφακιανή, Χανιώτικη, Ανωγειανή, Μεσσαρίτικη, Στειακιά, Ρεθεμνιώτικη, Κριτσιώτικη» κ.α., ονομασίες που δόθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, χωρίς όμως αυτές να υποδηλώνουν προέλευση ή αποκλειστική χρήση. Αυτό έγινε κυρίως επειδή σε ταχυδρομικά δελτάρια που εκδόθηκαν γύρω στα 1900 και απεικόνιζαν γυναίκες από τα Σφακιά, τα Ανώγεια, τη Μεσαρά, τη Σητεία αναγραφόταν «Φορεσιά Σφακίων», «Φορεσιά Ανωγείων», «Φορεσιά Μεσσαράς», «Φορεσιά Σητείας», αντίστοιχα (βλ. τις εικόνες που παραθέτουμε παρακάτω). Την κατάσταση αυτή ενίσχυσαν και διάφορες φωτογραφίες της εποχής του Μεσοπολέμου, οι οποίες αποτέλεσαν πρότυπα για χρωμολιθογραφίες που δημιουργήθηκαν τότε, αλλά εκδόθηκαν μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, ατυχώς, με τοπωνυμικούς προσδιορισμούς (βλ. επίσης παρακάτω). Να σημειωθεί ότι αρκετά στοιχεία από τις κρητικές φορεσιές, όπως η ζώνη και η ποδιά, προέρχονται άμεσα από τα βυζαντινά γυναικεία ρούχα του 11ου αιώνα, ενώ θα μπορούσαμε να πούμε πως σε κάποιες περιπτώσεις απηχούν ακόμα και τη μινωική εποχή.

ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ...

Του Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη

Πολιτισμολόγου - Συγγραφέα

Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΜΕ ΖΙΠΟΝΙ ΚΑΙ ΦΟΥΣΤΑΝΙ

 

Η Φορεσιά με ζιπόνι και φουστάνι παρουσιάστηκε στις αρχές του 17ου αιώνα και φορέθηκε σε όλη σχεδόν την Κρήτη, ιδιαίτερα, όμως, στη Δυτική ως η πιο επίσημη, γιορτινή ή νυφιάτικη αστική. Είναι ο τύπος της ενδυμασία που τις τελευταίες δεκαετίες συχνά ακούγεται άλλοτε με την ονομασία «Σφακιανή» και άλλοτε ως «Χανιώτικη» παρασύροντας έτσι αρκετούς στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι η φορεσιά προέρχεται από τα Σφακιά ή τα Χανιά ή ότι παλαιότερα φοριόταν μόνον εκεί. Είναι το είδος της φορεσιάς με τα παλαιότερα στοιχεία. Κάποια από αυτά απηχούν τη βενετσιάνικη μόδα των γυναικείων ρούχων του 15ου αιώνα.  Αποτελείται από το ζιπόνι, το μεταξωτό μακρύ πουκάμισο, τη φούστα ή το «ρούχο, όπως λέγεται το μακρύ μεταξωτό φουστάνι από στόφα ή δαμάσκο, το σπαλέτο (ένα μεταξωτό μαντήλι που δένεται στο λαιμό), τη μεταξωτή ζώνη, την ποδιά, το μπασαλάκι μέσα στη ζώνη και για κεφαλοκάλυμμα το μεταξοΰφαντο μαντήλι ή το παπάζι ή το βελιό που  όπως είπαμε, λέγεται  και φακιόλι ή φατσόλι. Το ζιπόνι της φορεσιάς αυτής φτιάχνεται σε διάφορα σχέδια και χρώματα.  Άλλοτε σκεπάζει το στήθος και έχει μπροστά μεγάλο άνοιγμα σε σχήμα V, άλλοτε αφήνει μεγάλο ημικυκλικό άνοιγμα με συνέπεια να μην καλύπτει το στήθος, άλλοτε έχει μισά μανίκια, άλλοτε ολόκληρα και άλλοτε αυτοτελή ξεχωριστά που στερεώνονται στους ώμους με θελιές και τα οποία έχουν σχισμές κατά μήκος τους, από το μπράτσο έως τον καρπό.  Όταν παλαιότερα με τη φορεσιά αυτή φοριόταν το χρυσόπλεκτο κεφαλομάντηλο, τότε όλη η ενδυμασία λεγόταν Χρυσόπλεκτο.

Σφακιανή φορά Φορεσιά με ζιπόνι και φουστάνι. Ταχυδρομικό δελτάριο. Εκδότης: Ν. Δούρας, Χανιά. (Αρχείο Ι.Θ.Τ.)

Λιθογραφία από υδατογραφία του N.C.Sperling

στα 1930, η οποία κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Σφακιανή Φορεσιά» Έκδοση: Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα, 1954. (Αρχείο Μανώλη Πατεράκη)

Φωτογραφία: Nelly’s, Χανιά, 1928

(Αρχείο Μουσείου Μπενάκη)

Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΣΑΡΤΖΑ

 

Η φορεσιά Σάρτζα παρουσιάστηκε στα μέσα περίπου του 17ου αιώνα και φορέθηκε σε ολόκληρη την Κρήτη, ιδιαίτερα όμως στην Κεντρική, και ως επίσημη και ως καθημερινή. Συνήθιζαν να τη φορούν οι ψικαρούδες, δηλαδή οι κοπέλες που αποτελούσαν τη συνοδεία της νύφης, το ψίκι όπως λεγόταν. Είναι η ενδυμασία που τις τελευταίες δεκαετίες ακούγεται με την ονομασία  «ανωγειανή», παρασύροντας έτσι αρκετούς στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι, η φορεσιά αυτή προέρχεται  από τα Ανώγεια της επαρχίας Μυλοποτάμου ή ότι παλαιότερα φοριόταν μόνον εκεί.

Το όνομα της ενδυμασίας προέρχεται από ένα βασικό κομμάτι – εξάρτημά της, σε σχήμα ποδιάς, που λέγεται σάρτζα.  Η λέξη σάρτζα δηλώνει είδος υφάσματος, της κοινής μάλλινης τσόχας. Ο όρος, προφανώς, προήλθε από το αραβικό εμιράτο Σάρτζα ή Σάρικα, που κατασκεύαζαν τα αρχικά υφάσματα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία της σάρτζας (ποδιάς) ή γιατί εκεί οι ντόπιες φορούσαν έναν παρεμφερή τύπο φούστας - ποδιάς. Φαίνεται,  λοιπόν, ότι το είδος του υφάσματος έδωσε το όνομά του στο κομμάτι - εξάρτημα, που ήταν φτιαγμένο από αυτό, και στη συνέχεια σε ολόκληρο το φόρεμα. Να σημειωθεί ότι η σάρτζα δένεται στη μέση, καλύπτοντας το αριστερό πόδι, κι υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους φοριέται. 

Στη φορεσιά αυτή δεν περιλαμβάνεται φούστα, καθώς αυτή υποκαθίσταται από τη σάρτζα. Το σύνολο της φορεσιάς συγκροτούν: η σάρτζα,  το ζιπόνι, το μακρύ μεταξωτό πουκάμισο, η μακριά φουφουλωτή βράκα που φθάνει μέχρι κάτω στους αστραγάλους και φαίνεται, το γεμενί μαντήλι, δηλαδή το αραχνοΰφαντο μεταξωτό (άλλοτε βαμβακερό) κεφαλομάντηλο σε χρώμα ρουμπινί, η φαρδιά ζώνη, η ποδιά και το (μ)πασαλάκι. 

Λιθογραφία από υδατογραφία του N.C.Sperling

στα 1930, η οποία κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Ανωγειανή Φορεσιά» Έκδοση: Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα, 1954. (Αρχείο Μανώλη Πατεράκη)

Ανωγειανή με φορεσιά Σάρτζα. Ταχυδρομικό δελτάριο. Φωτογράφος - Εκδότης: R. B. Behaeddin, Ηράκλειο. (Αρχείο Ι.Θ.Τ.)

Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΚΟΥΔΑ

 

Στα μέσα του 17ου αιώνα, και σχεδόν ταυτόχρονα με την εμφάνιση της φορεσιάς Σάρτζα, παρουσιάζεται, στην Ανατολική Κρήτη όπως φαίνεται, η ενδυμασία Κούδα. Το όνομά της το πήρε και αυτή από ένα εξάρτημα σε σχήμα φούστας, που λέγεται κούδα από την ιταλική λέξη coda, που σημαίνει ουρά.  Από τον τρόπο με τον οποίο φοριέται η φούστα αυτή - η οποία να σημειωθεί πως αποτελεί εξέλιξη μιας βυζαντινής μόδας του 15ου αιώνα και της καρπέτας, μιας φούστας του 17ου αιώνα -  σχηματίζεται μια ιδιότυπη διακόσμηση, ένα μεγάλο drape, δηλαδή περικάλυψη με ύφασμα, που μοιάζει με ουρά.  Έτσι, το σχήμα της φούστας έδωσε το όνομα στο ρούχο και στη συνέχεια σε ολόκληρη την ενδυμασία. 

Η Κούδα ακούγεται και ως  «στειακή», παρασύροντας έτσι αρκετούς στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι, η φορεσιά αυτή προέρχεται  από τη Σητεία  Λασιθίου ή ότι παλαιότερα φοριόταν μόνον εκεί, ενώ λέγεται και φορεσιά Κριτσάς, επειδή φημολογείται ότι πρωτοεμφανίστηκε εκεί που βρίσκεται το σημερινό κεφαλοχώρι Κριτσά, στο νομό Λασιθίου. Η φορεσιά Κούδα αποτελείται από: τη φούστα κούδα, το ζιπόνι ή τη σαλταμάργκα ή τη φέρμελη, το μακρύ μεταξωτό πουκάμισο, τη μακριά, πλούσια κεντημένη, φουφουλωτή βράκα, που φθάνει μέχρι κάτω στους αστραγάλους και φαίνεται, τη μεταξωτή ζώνη, την ποδιά και για κεφαλοκάλυμμα τη σάλπα. 

Η Άννα Π. Ν. Πάγκαλου, το γένος Αλέξη, με φορεσιά Κούδα. Ταχυδρομικό δελτάριο. Φωτογράφος: R. B. Behaeddin, Ηράκλειο. Εκδότης: E.A. Cavaliero, Χανιά. (Αρχείο Ι.Θ.Τ.).

ΤΟ ΣΑΚΟΦΟΥΣΤΑΝΟ

 

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, φαίνεται πως παρουσιάστηκε ο τύπος του Σακοφούστανου, δηλαδή μία φορεσιά στην οποία σάκος (πανωκόρμι) και φουστάνι κατασκευάζονται από το ίδιο ύφασμα (είδος και χρώμα). Φορέθηκε κυρίως στην Ανατολική Κρήτη, στους νομούς Ηρακλείου και Λασιθίου, και επειδή ταχυδρομικά δελτάρια στα 1900, περίπου, απεικόνιζαν γυναίκες από τη Μεσσαρά Ηρακλείου να φορούν αυτόν το τύπο ενδυμασίας, τις τελευταίες δεκαετίες κάποιοι άρχισαν, ατυχώς, να μιλούν για Μεσσαρίτικη φορεσιά.

 

(Βλ. επίσης, Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, «Η γυναικεία φορεσιά, ελλείψεις του πρόσφατου παρελθόντος και υπερβολές του καιρού μας», στο "Ιχνηλατώντας την κρητική παράδοση στο χθες και το σήμερα", Πανελλήνια ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2011). 

Μεσσαρίτισσα με Σακοφούστανο.

Ταχυδρομικό δελτάριο.  

Φωτογράφος - Εκδότης: R B. Behaeddin, Ηράκλειο. (Αρχείο Ι.Θ.Τ.)

ΠΗΓΕΣ

  • Τσουχλαράκη Ιωάννη Θεμ.,  Η ιστορία και η λαογραφία της κρητικής φορεσιάς, Κλασικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1997 (Α΄ έκδοση), Αθήνα 1999 (Β’ έκδοση).

  • Τσουχλαράκη Ιωάννη Θεμ., 90 χρόνια από την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, Πανελλήνια Ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2004.

  • Τσουχλαράκη Ιωάννη Θεμ., Έργα Κρητών ζωγράφων 15ου – 17ου αιώνα, Πανελλήνια Ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2006.

  • Τσουχλαράκη Ιωάννη Θεμ .– Κασίμη Σάτυα Α., Αγώνες και αγωνιστές της κρητικής ελευθερίας μέσα από την ελληνική και ευρωπαϊκή λαϊκή εικονογραφία, Πανελλήνια Ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2009.

  • Τσουχλαράκη Ιωάννη Θεμ., Ιχνηλατώντας την κρητική παράδοση στο χθες και το σήμερα, Πανελλήνια Ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2011.

  • Φραγκάκι Ευαγγελίας, Η λαϊκή τέχνη της Κρήτης Ι, ανδρική φορεσιά, Αθήνα 1960.

  • Φραγκάκι Ευαγγελίας, Η λαϊκή τέχνη της Κρήτης ΙΙ, γυναικεία φορεσιά, Αθήνα 1960.

Πανελλήνια Ομοσπονδία 

Πολιτιστικών Κρητικών Σωματείων

Π.Ο.Π.Κ.Σ.