ΤΑ ΚΡΗΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

 Του Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη

Πολιτισμολόγου - Συγγραφέα

ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - ΜΟΥΣΙΚΗ...

Τα είδη των κρητικών τραγουδιών είναι: οι Μαντινάδες, τα Ριζίτικα, τα Πολύστιχα Ιστορικά Αφηγηματικά, τα Μοιρολόγια και τα Ταμπαχανιώτικα.

 

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

Οι μαντινάδες είναι η πιο συνηθισμένη μορφή λαϊκού τραγουδιού και αποτελούν ποιητικό είδος το οποίο απαντάται σε ολόκληρη την Κρήτη. Δημιουργούνται και τραγουδιόνται από μουσικούς και μη. Είναι δίστιχα τραγούδια, που αποτελούνται από δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους. Ο όρος μαντινάδα προέρχεται από τη βενετσιάνικη λέξη matinada, που μεταφράζεται ως «πρωινή καντάδα» και σημαίνει το ερωτικό τραγούδι που τραγουδιόταν τις πρωινές ώρες κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης.

Η σύνθεσή των μαντινάδων είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη, αφού μέσα σε ένα αυτοσχέδιο δίστιχο περικλείεται ένα πλήρες νόημα. 

Οι περισσότερες μαντινάδες αναφέρονται στον έρωτα και την αγάπη.  Υπάρχουν, όμως, και πολλές γνωμικές, διδακτικές, φιλοσοφικές, πειραχτικές, σκωπτικές κ.λπ.  Έχουμε ακόμα δίστιχα της βάπτισης, του αρραβώνα, του γάμου, του Κλήδονα, της κλεψιάς, της βεντέτας, της φυλακής κ.λπ. Τραγουδιόνται με ή χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων, πάνω στις μελωδίες πολλών παραδοσιακών κρητικών χορών (του χανιώτικου, του πεντοζαλιού, του ρόδου, του σιγανού, της σούστας, του μαλεβιζώτη, του αγκαλιαστού, του ξενομπασάρη κ.α.),  των σκοπών της ρίμας (βλ. παρακάτω για το είδος), του Ερωτόκριτου και άλλων, όμως η πιο συνηθισμένη μελωδία πάνω στην οποία τραγουδιόνται είναι οι κοντυλιές

Οι κοντυλιές είναι ένα από τα βασικότερα είδη της κρητικής μουσικής, με μακραίωνη παράδοση και ρίζες στην Ανατολική Κρήτη. Στην ουσία πρόκειται για μουσικές φράσεις, από τις οποίες συγκροτούνται οργανικές μελωδίες, τραγούδια ακόμα και χοροί.  Περίφημες είναι οι περίτεχνες κοντυλιές από τις επαρχίες Σητείας και Iεράπετρας (που άλλοτε τραγουδιόνται και άλλοτε όχι, με γρήγορη ή αργή ρυθμική αγωγή και οι οποίες ενίοτε χορεύονται). Παίρνουν διάφορες ονομασίες: στειακές κοντυλιές, ιεραποετρίτικες κοντυλιές, κοντυλιές της νύχτας, κοντυλιές Καλογερίδη, κοντυλιές του Αλή, και ανάλογα με την τονικότητά τους, κοντυλιές στη φα, κοντυλιές στη ντο, κοντυλιές στη ρε κ.λπ.

Στις μέρες μας, η λέξη κοντυλιά δεν είναι αποκλειστικά ταυτισμένη με τις μελωδίες τις ανατολικής Κρήτης. Για τους περισσότερους, έχει τη σημασία της μουσικής που αποδίδει το βιολί ή η λύρα, δηλαδή τη δοξαριά, με τον ίδιο τρόπο που η λέξη πενιά σημαίνει τη μουσική του λαγούτου, του μπουζουκιού ή του μαντολίνου. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ονομάζονται κοντυλιές και άλλοι εξαίρετοι σκοποί, που διαμορφώθηκαν στην Κεντρική Κρήτη, στους νομούς Ρεθύμνου και Ηρακλείου, πάνω στις μελωδίες των οποίων αποδίδονται ενίοτε μαντινάδες ή πολύστιχα αφηγηματικά τραγούδια, καθώς και η μουσική του σιγανού χορού, με την αργή ρυθμική αγωγή, όπως αυτός αποδίδεται σε διάφορες περιοχές του νομού Ρεθύμνου.

Οι περισσότερες κοντυλιές θεωρούνται παραδοσιακές, δηλαδή παλαιές, και αγνοούμε το πώς και από ποιον ή ποιους δημιουργήθηκαν. Υπάρχουν, όμως, και αρκετές οι οποίες αποτελούν προσωπικές δημιουργίες ή διασκευές, όπως οι κοντυλιές του Αλή (Σουμάνη) και οι κοντυλιές Kαλογερίδη στο νομό Λασιθίου.

Στη στήλη μου Θαλήτου Τέχνες του περιοδικού Κοντυλιές φιλοξένησα ένα εξαιρετικό δοκίμιο του μουσικού Βαγγέλη Βαρδάκη για την κοντυλιά. Ένα κείμενο που θεωρώ ότι επεξεργάζεται με μοναδικό τρόπο τη σημασιολογία και την ετυμολογία του όρου, παραδίδοντάς μας έναν μοναδικό πλούτο πληροφοριών και στην ουσία την πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση του θέματος που έχει γίνει ποτέ (Βλ. Βαγγέλη Βαρδάκη, «Θαλήτου Τέχνες: Κοντυλιά, μία απόπειρα συνολικής ερμηνείας και ανάλυσης του όρου», περιοδ. Κοντυλιές, Ιούλιος 2009, σσ. 44-7).

ΡΙΖΙΤΙΚΑ

 

Τα τραγούδια του νομού Χανίων, με δεκαπεντασύλλαβους ανομοιοκατάληκτους στίχους, είναι ένα από τα πιο γνωστά είδη των κρητικών τραγουδιών. Στους ντόπιους είναι γνωστά και ως λευκορείτικα τραγούδια, μιας και προέρχονται από τα χωριά που βρίσκονται στους πρόποδες των Λευκών Ορέων. Εκεί διαμορφώθηκαν, αναπτύχθηκαν και διατηρούνται στην πιο αυθεντική τους μορφή. Αρκετά από αυτά τα λένε και σφακιανά, επειδή πολλά από αυτά αναφέρονται στα Σφακιά ή σε Σφακιανούς. Στις μέρες μας οι περισσότεροι τα γνωρίζουν ως ριζίτικα. Να σημειωθεί, όμως, ότι η ονομασία αυτή είναι ένας όρος που επινοήθηκε, υιοθετήθηκε, κυριάρχησε και καθιερώθηκε τελικά τον 20ο αιώνα. Δόθηκε από τους νεότερους μελετητές και οφείλεται στο ότι είναι προϊόντα της ρίζας, δηλαδή των πρόποδων των βουνών.

Για την προέλευση των λευκορείτικων τραγουδιών δεν έχουμε πολλά εξακριβωμένα στοιχεία. Τα περισσότερα είναι δημιουργήματα των αιώνων της Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας. Βέβαιο είναι ότι οι ρίζες τους φτάνουν μέχρι την Βυζαντινή περίοδο, ενώ αρκετοί σύγχρονοι μελετητές έχουν τη γνώμη πως τα ριζίτικα αποτελούν τη συνέχεια των πολεμικών ασμάτων των Δωριαίων, που εγκαταστάθηκαν γύρω στα 1000 π. Χ. στις ορεινές περιοχές των Χανίων και διατήρησαν τις πανάρχαιες παραδόσεις τους στο πέρασμα του χρόνου. Μια άλλη εκδοχή θέλει τα ριζίτικα να προέρχονται από την αρχαία Ριζηνία, τα σημερινά Μεσκλά της επαρχίας Κυδωνίας.  Τα συνέθεσαν οι ριζίτες, οι κάτοικοι των ψηλών χωριών που διατηρούν ολοζώντανα τα προαιώνια ήθη και έθιμα της Κρήτης.

Τα θέματα των εν λόγω τραγουδιών είναι πολλά, η αγάπη για τη λευτεριά, ο θαυμασμός απέναντι στους ανδρειωμένους, τα συναισθήματα για τη φιλία και τη φιλοξενία, η ποιμενική ζωή, η αγάπη για τη φύση, οι οικογενειακοί δεσμοί, η βεντέτα, ακόμη και ο έρωτας.  Υπάρχουν, όμως, και αρκετά που αναφέρονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και γεγονότα της κρητικής ιστορίας. Μερικά από τα γνωστότερα ριζίτικα είναι το «Πότες θα κάμει ξεστεριά», που, εν αντιθέσει με αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι σήμερα, δεν είναι επαναστατικό της λευτεριάς, αλλά αναφέρεται στη βεντέτα των οικογενειών Τσουρήδων και Μουσούρων (Για περισσότερα βλ. Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, «Πότες θα κάμει ξεστεριά, από τραγούδι βεντέτας σε… επαναστατικό της λευτεριάς» στο Ιχνηλατώντας την κρητική παράδοση στο χθες και το σήμερα, Πανελλήνια ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2011.), το «Αγρίμια κι αγριμάκια μου», το «Τον αντρειωμένο μην τον κλαις», το «Χριστέ να σπούσαν οι φλακές» κ.ά.

Τα λευκορείτικα τραγουδιούνται acapella, δηλαδή χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων.  Οι γνωστοί μέχρι σήμερα σκοποί είναι 32 ή λίγο περισσότεροι με μικρές παραλλαγές.  Υπάρχουν όμως και άλλα 47 ιδιόμελα τραγούδια του είδους.  Η μουσική των ριζίτικων τραγουδιών αποτελεί ένα θέμα με ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς η μελωδία υποτάσσει το στίχο και τον προσαρμόζει στα δικά της καλούπια. Υπάρχουν δύο είδη τραγουδιών.  Αυτά που τραγουδιούνται στην τάβλα, δηλαδή τα επιτραπέζια, και λέγονται τραγούδια και αυτά που τραγουδιούνται στην στράτα ή κατά τη διάρκεια πορείας και λέγονται της στράτας.  Τα τραγούδια της στράτας τα έλεγαν οι ριζίτες όταν έκαναν μακρινές πορείες από το ένα χωριό στο άλλο, όπως για παράδειγμα στη περίπτωση του γάμου, όπου γινόταν η μεταφορά της προίκας και η γαμήλια πομπή (ψήκι) συνόδευε τη νύφη στο νέο της σπιτικό.  Επειδή πολύ συχνά οι μακρινές μετακινήσεις στα ορεινά και δύσβατα μέρη γίνονταν καβάλα σε άλογα, μουλάρια ή γαϊδούρια, η μελωδία των τραγουδιών της στράτας είναι προσαρμοσμένη στο βάδισμα των ζώων αυτών και μοιάζει με έφιππο εμβατήριο.  Τα τραγούδια της στράτας έχουν ένα μόνο μουσικό σκοπό, δυναμικό και βαρύ. 

Στο νομό Χανίων η απόδοση ριζίτικων κυριαρχεί σε όλες σχεδόν τις κοινωνικές εκδηλώσεις (στις επετειακές εορτές, στις διοργανώσεις ιστορικής μνήμης, στις οικογενειακές και φιλικές συγκεντρώσεις, στις γιορτές και τα πανηγύρια, στα βαπτίσια, τους αρραβώνες και τους γάμους).  

ΠΟΛΥΣΤΙΧΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΑ

 

Τα πολύστιχα ιστορικά - αφηγηματικά τραγούδια είναι γνωστά σε όλη την Κρήτη και συχνά ονομάζονται ρίμες.  Αναφέρονται σε πρόσωπα ή γεγονότα της κρητικής ιστορίας με τοπική ή ευρύτερη διάσταση, συνεχίζοντας έτσι, την παράδοση της έμμετρης λαϊκής χρονικογραφίας των μεταβυζαντινών χρόνων.  Όλα, σχεδόν, είναι γραμμένα με τον ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο στίχο.  Όσο πιο εκτενή είναι, τόσο πιο αξιόλογα θεωρούνται, σε αντίθεση με τα ριζίτικα, που η δύναμή τους κρύβεται στην συντομία τους.  Τα τραγούδια αυτά, όπως και τα ριζίτικα, αποτελούν μια αξιόλογη πηγή της ιστορικής έρευνας αν και μερικές φορές, λόγω προτεραιότητας του ποιητικού στοιχείου εκφράζουν κάποιες ανακρίβειες.  Δίνουν άλλοτε μια πιο πιστή και άλλοτε μια πιο ελεύθερη εικόνα διαφόρων σημαντικών προσωπικοτήτων ή γεγονότων που χάραξαν την πορεία του λαού της Κρήτης. Αντιπροσωπευτικά δείγματα ρίμας είναι: το «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη», το «Τραγούδι του πύργου του Αλιδάκη», το «Τραγούδι του Θοδωρομανώλη», το «Τραγούδι του Καπετάν Μιχάλη Κόρακα» και άλλα.   

ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ

 

Τα μοιρολόγια είναι τα λυπητερά τραγούδια που αναφέρονται στο θάνατο.  Άλλοτε απευθύνονται στο εκλιπόν συγγενικό πρόσωπο (μάνα, πατέρα, αδερφό-ή, σύζυγο, γιο, κόρη) κι άλλοτε στον ίδιο το Χάρο ή το Νάδη.  Χωρίζονται σε δυο γενικές κατηγορίες.  Στα γνωστά, κοινά μοιρολόγια και στα πρωτότυπα ή αυθόρμητα δημιουργήματα της στιγμής.  Τα πρώτα συναντά κανείς σε διάφορες συλλογές παραδοσιακών τραγουδιών της Κρήτης.  Τα αυθόρμητα μοιρολόγια δεν υπάρχουν γενικά στις συλλογές, καθώς ή περισυλλογή τέτοιων τραγουδιών ήταν σχεδόν αδύνατη, γιατί ήταν απαγορευμένο σε άσχετους να βρίσκονται σε χώρο όπου οι συγγενείς έκλαιγαν το νεκρό τους. Συνέβη όμως κάποιος να διατηρήσει στη μνήμη του, ολόκληρο ή αποσπασματικά, ένα γνήσιο αυθόρμητο μοιρολόι που ειπώθηκε σε ένα συγκεκριμένο νεκρό.  Με αυτόν τον τρόπο διασώθηκαν ελάχιστα δείγματα από πρωτότυπα μοιρολόγια. Λίγα δείγματα αυτού του είδους δημοσιεύθηκαν από το Νίκο Αγγελή τη δεκαετία του 60’. Τα μοιρολόγια συγκροτούνται από δεκαπεντασύλλαβους, άλλοτε ομοιοκατάληκτους και άλλοτε ανομοιοκατάληκτους στίχους, ενώ ένας άλλος, ακόμα, τύπος μοιρολογιού είναι τα ενδεκασύλλαβα ή δωδεκασύλλαβα με ομοιοκατάληκτο στίχο.   Παραθέτουμε τρία εξαιρετικά μοιρολόγια από τη συλλογή του Νίκου Αγγελή. 

Το πρώτο με δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο είναι αφιερωμένο στη μεγάλη συμφορά της Κανάκαινας, απ’ τ’ Ασκύφου Σφακίων, που σκότωσαν τους τρεις της γιους.

 

«Χριστέ και να κατέβαινε βρύση απ’ τη Μαδάρα

να πορπατεί κλιτά, κλιτά, να ‘ρχεται αγάλι, αγάλι,

να βρει τσι γούρνες εύκαιρες να μπει να τσι γεμίσει

να πλύνουν οι ανύπλητες, να πλύνουν κι οι πλυμένες,

να πλύνει κι η Κανάκαινα τα ματωμένα ρούχα.»

 

Το δεύτερο με δεκαπεντασύλλαβο ομοιοκατάληκτο στίχο είναι το μοιρολόι που τραγούδησε η Βίγλαινα από τα Σφακιά για το γιο της, που ήταν βοσκός και καθώς κυνηγούσε, γκρεμίστηκε στα πλευρά του φαραγγιού της Σαμαριάς.  Όπως, όμως, έπεφτε σκοτωμένος στο χάος, πιάστηκε από κάποια κλαδιά και έμεινε μετέωρος.

 

«Έθαψα ‘γω κι απ’ αρρωσιά, έθαψα κι από μπάλα

πέντε ‘σαν κι αποθάνασι ούλα μιτσά, μεγάλα.

Σα το δικό σου τον καημό, άλλο καημό δεν είχα

να σε θωρώ να κρέμεσαι τη μέρα και τη νύχτα.

Πνιγμός, γκρεμνός του τσιφτελή, του τυχερού είν΄ η σφαίρα,

μα ‘σένα σου ‘τανε γραφτό να λιώσεις στον αέρα.»

 

Το τρίτο με ενδεκασύλλαβο και δωδεκασύλλαβο ομοιοκατάληκτο στίχο είναι της Ζαμπέταινας από την Ανώπολη Σφακίων, η οποία το τραγούδησε για το γιο της, που σκοτώθηκε στις πρώτες μάχες της Επανάστασης του Δασκαλογιάννη το 1770.

 

«Μαρμαρωμένο σε θωρώ, Πωλιό μου,

αγρίμι τω Μαδάρω και δικό μου.

Μιλώ σου και δε μου μιλείς, κλωνάρι μου,

πιάνω σε και μου φεύγεις, παλικάρι μου.

Που πάεις με τέτοιαν Άνοιξη, καλέ μου,

που πάεις με τέτοιον ήλιο, σύντροφέ μου;»

 

Αρκετοί μελετητές πιστεύουν ότι τα κρητικά μοιρολόγια απλώνουν τις ρίζες τους στο πολύ μακρινό παρελθόν και ότι πρόκειται για τη συνέχεια των ομηρικών θρηνωδών ασμάτων, τα οποία επιβίωσαν στο πέρασμα των αιώνων και έφτασαν μέχρι την εποχή μας.

ΤΑΜΠΑΧΑΝΙΩΤΙΚΑ

 

Τα ταμπαχανιώτικα είναι τα αστικά νταλκαδιάρικα τραγούδια της Κρήτης στα οποία συνδυάζονται αρμονικά η κρητική λαϊκή μουσική με τη μικρασιάτικη και τη ρεμπέτικη.  Αποδίδονται με μπουλγαρί ή λαούτο.  Ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή την περίοδο του Μεσοπολέμου στα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο.  Τα παλαιότερα ταμπαχανιώτικα εντοπίζονται στα Χανιά. Ένα από αυτά είναι ο περίφημος «Σταφιδιανός» του Τουρκοκρητικού Μεχμέτ Μπέη Σταφιδάκη.

Πανελλήνια Ομοσπονδία 

Πολιτιστικών Κρητικών Σωματείων

Π.Ο.Π.Κ.Σ.